Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

41 ηγετικά στελέχη του ναζισμού. Τα πρόσωπα του Γ’ Ράιχ



Παραθέτουμε σύντομα βιογραφικά διαφόρων ηγετικών στελεχών του ναζισμού. Πρόκειται για 41 ναζιστές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία του Γ’ Ράιχ.

Άρτουρ Άξμαν (Artur Axmann) (1913 - 1996) :


Ο Άρτουρ Άξμαν (Artur Axmann) (18 Φεβρουαρίου 1913 - 24 Οκτωβρίου 1996) ήταν ο ηγέτης της Χιτλερικής Νεολαίας (HitlerJugend) από το 1940 έως το τέλος του πολέμου το 1945. Γεννήθηκε στο Hagen το 1913. Το 1928, ίδρυσε την πρώτη ομάδα νεολαίας του Χίτλερ στη Βεστφαλία. Έγινε πολύ δραστήριο στέλεχος στο τοπικό Ναζιστικό Κόμμα. Στη συνέχεια, σπούδασε νομική. Τη δεκαετία του 1930 ασχολήθηκε με την αναδιοργάνωση της Χιτλερικής Νεολαίας. Ήταν στην ενεργό υπηρεσία στο δυτικό μέτωπο μέχρι το Μάιο του 1940. Τον Αύγουστο του 1940 διαδέχτηκε τον Baldur von Schirach στη θέση του Αρχηγού της Χιτλερικής Νεολαίας.  Το 1941 τραυματίστηκε σοβαρά στο Ανατολικό Μέτωπο, χάνοντας το ένα του χέρι.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων του πολέμου, ο Axmann διοικούσε μονάδες της Χιτλερικής Νεολαίας που είχαν ενσωματωθεί στην εγχώρια φρουρά (Volkssturm). Οι μονάδες αυτές αποτελούνταν από παιδιά και εφήβους. Πολέμησαν κυρίως στη Μάχη της Seelow Heights (
Battle of Seelow Heights), η οποία ήταν μέρος της ευρύτερης μάχης του Βερολίνου (Battle of Berlin). Στις 4 Ιανουαρίου του 1944, του απονεμήθηκε το παράσημο German Order,  το ανώτατο παράσημο που μπορούσε το ναζιστικό κόμμα να απονείμει σε ένα άτομο, για τις υπηρεσίες του στο Γ’ Ράιχ. Αυτός και ένας άλλος δικαιούχος, ο Κ. Hierl, ήταν οι μόνοι κάτοχοι του παράσημου που μπόρεσαν να επιβιώσουν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κατά τη διάρκεια του 1945 έστειλε νεαρά αγόρια στη μάχη για την υπεράσπιση του χιτλερικού καθεστώτος. Τις τελευταίες ημέρες του Χίτλερ, ο Axmann ήταν μεταξύ εκείνων που βρίσκονταν στο Führerbunker. Στις  1 Μαΐου 1945, όταν η ήττα του ναζιστικού καθεστώτος φαινόταν σχεδόν σίγουρη, ο Axmann άφησε πίσω του το Führerbunker. Έφυγε μαζί με τον γιατρό των SS Ludwig Stumpfegger και τον Martin Bormann. Αυτή η ολιγομελής ομάδα ναζιστών ήθελε να σπάσει τον κλοιό που δημιουργούσαν γύρω τους οι Σοβιετικοί στρατιώτες. Κατάφεραν να διασχίσουν τον ποταμό Spree στη γέφυρα  Weidendammer και να αποφύγουν την περικύκλωση.  Οι τρεις ναζί (Bormann, Stumpfegger και Axmann) περπάτησαν κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών στο σιδηροδρομικό σταθμό του Lehrter. Οι Bormann και Stumpfegger ακολούθησαν τις σιδηροδρομικές γραμμές προς το σταθμό Stettiner. Ο Axmann όμως αποφάσισε να πάει μόνος του προς κατεύθυνση αντίθετη από αυτή των δύο συντρόφων του.
Απέφυγε τη σύλληψη από τα σοβιετικά στρατεύματα και εξαφανίστηκε για μεγάλο διάστημα. Ζούσε με το ψεύτικο όνομα "Erich Siewert" για αρκετούς μήνες και εθεωρείτο νεκρός. Τελικά συνελήφθη το Δεκέμβριο του 1945 όταν μια υπηρεσία αντικατασκοπείας του αμερικανικού στρατού εντόπισε τα ίχνη του. 
Τον Μάιο του 1949 ένα δικαστήριο για τους ναζί στη Νυρεμβέργη καταδίκασε τον Axmann σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και τριών μηνών. Στις 19 Αυγούστου 1958 ένα δικαστήριο του Δυτικού Βερολίνου επέβαλε πρόστιμο 35.000 μάρκων στον πρώην Αρχηγό της Χιτλερικής Νεολαίας  (περίπου 8.300 αμερικάνικα δολάρια). Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για πλύση εγκεφάλου στη γερμανική νεολαία . Κατά τη διάρκεια της δίκης του,  ο  Axmann είπε στο δικαστήριο ότι άκουσε τον πυροβολισμό με το οποίο ο Χίτλερ αυτοκτόνησε. Δήλωσε επίσης ότι είχε προσπαθήσει να διαφύγει από το κέντρο του Βερολίνου, μαζί με τον Μάρτιν Μπόρμαν και ότι ο Μπόρμαν πέθανε κατά την προσπάθεια διαφυγής.

Μετά την απελευθέρωσή του από τη φυλακή, Axmann εργάστηκε ως αντιπρόσωπος πωλήσεων στο Gelsenkirchen και το Βερολίνο. Τελικά έγινε επιχειρηματίας. Πέθανε στο Βερολίνο το 1996, σε ηλικία 83 ετών.





ΜΠΟΡΜΑΝ, MAPTIN (BORMANN, MARTIN) (1900 -  ;  )

Αξιωματούχος του Ναζιστικού Κόμματος και επικεφαλής της γραμματείας του Χίλτερ. Ήταν ένας από τους πιο στενούς και πιστούς συνεργάτες του ηγέτη της Ναζιστικής Γερμανίας. Γεννήθηκε στο Χάλμπερσταντ της Γερμανίας στις 17 Ιουνίου 1900. Σε ηλικία τριών ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του παντρεύτηκε τον σύζυγο της αδελφής της. Ο πατριός του Μάρτιν ήταν διευθυντής ενός τοπικού υποκαταστήματος τραπέζης. Όταν η οικογένεια μετακόμισε στη Βαϊμάρη, ο Μάρτιν ήταν εννέα ετών. Φοίτησε στο τοπικό σχολείο αλλά είχε πολύ χαμηλές επιδόσεις. Όταν άρχισε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Μπόρμαν ήταν 14 ετών.
Στην ηλικία των 18 ο Μπόρμαν υπηρέτησε στον στρατό, εντασσόμενος στο 55ο Σύνταγμα πεδινού πυροβολικού. Δεν έλαβε μέρος σε μάχες, αναλαμβάνοντας ως "ορντινάντσα" ενός ανώτερου αξιωματικού. Αυτό που αποκόμισε από τη στρατιωτική του θητεία ήταν κάτι που του είπε κάποιος από τους εκπαιδευτές του: "Ο έξυπνος άνθρωπος ξέρει πώς να χειρίζεται κάποιον ισχυρότερό του". Αυτή τη φράση τη χρησιμοποίησε ιδιαίτερα στην άνοδό του προς την εξουσία.
Με το τέλος του πολέμου ο Μπόρμαν δεν επέστρεψε ούτε στο σπίτι του ούτε στις σπουδές. Το Φεβρουάριο του 1919 προσελήφθη σε ένα αγρόκτημα στο Mecklenburg και, σύμφωνα με τον ίδιο, το 1920 έγινε ο γενικός διευθυντής του αγροκτήματος. Το 1922 έγινε μέλος της οργάνωσης Rossbach Freikorps. Η οργάνωση αυτή ήταν ακροδεξιά και ρατσιστική και τα μέλη της ονειρεύονταν μια "Μεγάλη Γερμανία". Το 1923 ο Μπόρμαν ανέλαβε τα καθήκοντα του ταμία της οργάνωσης και βρέθηκε να είναι αναμεμειγμένος στη δολοφονία του Βάλτερ Κάντοβ (Walther Kadow), πρώην δασκάλου του στο Δημοτικό. Ο ρόλος του σε αυτή την εγκληματική πράξη, στην οποία συμμετείχε και ο Ρούντολφ Ες (Rudolf Höß), ήταν αυτός που διαδραμάτιζε σε όλη του τη σταδιοδρομία: Παρέμενε στο παρασκήνιο, καθοδηγώντας από εκεί τις καταστάσεις. Ο Μπόρμαν συνελήφθη και τον Μάρτιο του 1924 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους. Όταν εξέτισε την ποινή του, επέστρεψε στο αγρόκτημα που εργαζόταν.
Εντάχτηκε στο Ναζιστικό Κόμμα (NSDAP) το 1927 με αριθμό μέλους 60.508. Αργότερα, το 1928 ορίστηκε Γκαουλάιτερ στην Θουριγγία. Επίσης, το Νοέμβριο του 1928 προήχθη στην Ανώτατη Διοίκηση των SA (Sturmabteilung). Το 1929 παντρεύτηκε την Γκέρντα Μπουχ (Gerda Buch) και τον Απρίλιο του 1930 τέθηκε επικεφαλής του οικονομικού αγώνα του Ναζιστικού Κόμματος.
Απέκτησε την εμπιστοσύνη του Χίτλερ, αλλά απέφευγε την προσωπική του προβολή. Προτιμούσε να βρίσκεται στο παρασκήνιο. Στον πρώτο γιο που απέκτησε, του έδωσε το όνομα Αδόλφος, ενώ νονός ήταν ο ίδιος ο Χίτλερ. Τον Ιούλιο του 1933 ο Μπόρμαν προάγεται αναλαμβάνοντας επικεφαλής του Γραφείου του Αρχηγού του Ράιχ (Reichsleiter). Οι αρμοδιότητές του παρέμειναν αποκλειστικά διοικητικές στο εσωτερικό του Κόμματος, ενώ, ως Reichsleiter, λογοδοτούσε αποκλειστικά και απευθείας στον ίδιο τον Χίτλερ. Αυτό που ο Μπόρμαν είχε αντιληφθεί είναι ότι η μόνη πραγματική εξουσία στο Ράιχ ήταν ο Χίτλερ και μόνο. Με προσεκτικές κινήσεις κατάφερε σταδιακά να υποσκελίσει τα άλλα υψηλόβαθμα στελέχη (ακόμα και το Ρούντολφ Ες) και να κερδίσει την εύνοια του Χίτλερ.
Μία από τις πρώτες ενέργειες του Μπόρμαν, που απέσπασε την προσοχή του Χίτλερ, ήταν όταν έδωσε εντολή στα κρατικά ταχυδρομεία να καταβάλουν δικαιώματα χρήσης για κάθε γραμματόσημο που έφερε την εικόνα του Φύρερ, πράγμα που του απέφερε εκατομμύρια μάρκα. Ο Μπόρμαν εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο το γεγονός ότι ο Χίτλερ απεχθανόταν κάθε τύπου διοικητική εργασία, βρίσκοντας ακόμη και τη διαχείριση των προσωπικών του οικονομικών βαρετή και κοπιαστική. Σαν συνέπεια, απέκτησε το δικαίωμα διαχείρισης των συγγραφικών δικαιωμάτων από το βιβλίο του Χίτλερ, Mein Kampf ("Ο Αγών μου"), και ορισμένων χρηματικών πόρων του Χίτλερ. Κατάφερε, επίσης, να αποσπάσει από τη Γερμανική βιομηχανία μια τεράστια επιχορήγηση εθελοντικών συνεισφορών από μέρους των ανώτατων στελεχών της προς τον Φύρερ, την οποία αναδιένειμε υπό μορφή δωρεών σε όλους σχεδόν τους ανώτατους αξιωματούχους του Κόμματος.
Στον Μπόρμαν οφείλεται, επίσης, η αγορά του "καταφυγίου" του Χίτλερ, Μπέργκχοφ, και του περί αυτού συμπλέγματος στο Ομπερσάλτσμπεργκ – Μπερχτεσγκάντεν, στο οποίο κατέφευγε συχνά ο Χίτλερ. Με τον τρόπο αυτό, κατάφερε να ελέγχει τον τρόπο και τις συνθήκες ζωής του Χίτλερ και των άμεσων συνεργατών του.
Μετά την πολυσυζητημένη πτήση του Ρούντολφ Ες στην Αγγλία τον Μάιο του 1941, αναβαθμίστηκε κι άλλο ο ρόλος του. Η ξαφνική φυγή του Ες ήταν ένα ανέλπιστο δώρο για τον Μπόρμαν. Ανέλαβε όλες του τις αρμοδιότητες και μεθοδικά άρχισε να παίρνει τα ηνία του κόμματος, υποσκελίζοντας όλους τους αντιπάλους του. Μέχρι το τέλος του πολέμου, ο αφανής Μπόρμαν, που παρέμενε στην ανωνυμία μέσα στο γραφείο του, αποδείχθηκε κυρίαρχος στις δολοπλοκίες, τους ενδοκομματικούς χειρισμούς και ανταγωνισμούς, καταφέρνοντας να γίνει το δεξί χέρι του Φύρερ. Η βαρβαρότητα, η τραχύτητα και η έλλειψη καλλιέργειας, σε συνδυασμό με τη φαινομενική του ασημαντότητα, έκαναν την ηγεσία του κόμματος και τους "παλατίνους" του Χίτλερ να υποτιμήσουν τη δυνατότητά του να γίνει απαραίτητος στον Φύρερ του.
Έτρεφε αισθήματα μίσους για την εκκλησία, τους Εβραίους και τους Σλάβους. Τα υπομνήματά του, που αφορούσαν στους Σλάβους, δείχνουν με σαφήνεια ότι τους θεωρούσε ως "σοβιετοποιημένη μάζα υπανθρώπων". Σε ένα από τα πλέον κτηνώδη του υπομνήματα, της 19ης Αυγούστου 1942, έγραφε: "Οι Σλάβοι υπάρχουν μόνο για να δουλεύουν για λογαριασμό μας. Όταν δεν τους χρειαζόμαστε πλέον, μπορούμε να τους αφήνουμε να πεθαίνουν. Η γονιμότητα στους Σλάβους δεν είναι επιθυμητή." Ο Μπόρμαν φρόντιζε να απλουστεύει τα πάντα σε μορφές τέτοιες ώστε να απαλλάσσει τον Φύρερ του από τη γραφειοκρατική διοίκηση. Παράλληλα, φρόντιζε να δυσφημεί όσους θεωρούσε ανταγωνιστές του μέσα στο κόμμα. Ακόμη και όταν ο πόλεμος βρισκόταν στο τέλος του, ο Μπόρμαν κατάφερε να κάνει τον Χίτλερ να καθαιρέσει τον Γκέρινγκ και να στραφεί εναντίον του Χίμλερ. Ο Χίτλερ αντάμειψε τις υπηρεσίες του με την απόλυτη εμπιστοσύνη του προς αυτόν που κάποτε αποκαλούσε "ο πιο πιστός μου σύντροφος στο Κόμμα".
Έμεινε πιστός στον Χίτλερ μέχρι τέλους. Τις τελευταίες κρίσιμες ώρες ο Χίτλερ, λίγο πριν αυτοκτονήσει υπαγόρευσε την πολιτική του διαθήκη, την οποία προσυπέγραψε ο Μπόρμαν. Ο Μπόρμαν έχει παραμείνει στο Καταφύγιο με σαφή εντολή από τον Χίτλερ να διασωθεί και να συνεχίσει το κοινό έργο τους. Στο Καταφύγιο βρίσκεται ένα ετερόκλητο πλήθος ανδρών και γυναικών: Γραμματείς, μάγειροι, στρατιωτικοί, αξιωματούχοι του Κόμματος και άτομα "της προσκολλήσεως", που προετοιμάζουν μαζική απόδραση από το Καταφύγιο, καθώς αρχίζει να σφίγγει γύρω τους ο κλοιός των Σοβιετικών.  Τυπικά επικεφαλής είναι ο Μπόρμαν, ως στενός συνεργάτης του Φύρερ. Σχεδιάζουν να ακολουθήσουν στοές που ξεκινούν από την Καγγελαρία και καταλήγουν στις στοές του μετρό. Από εκεί θα βγουν στο σταθμό της Φρήντριχστράσσε (Friedrichstrasse), όπου θα ενωθούν με την ταξιαρχία του Μόνκε, ελπίζοντας να διασπάσουν τις σοβιετικές γραμμές και να διαφύγουν.
Η έξοδος αρχίζει τη νύχτα της 1ης Μαΐου 1945. Οι απόψεις για το τέλος του Μπόρμαν είναι διχασμένες. Τι απέγινε άραγε αυτός ο άνδρας με τις ουλές στο πρόσωπο, που κατάφερε να γίνει το δεξί χέρι του Χίτλερ; Σύμφωνα με τον Άρτουρ Άξμαν, αρχηγό της Χιτλερικής Νεολαίας, που ήταν στην ίδια ομάδα με τον Μπόρμαν, συνάντησαν μια μικρή ομάδα γερμανικών τεθωρακισμένων και ακολούθησαν το πρώτο άρμα καλυπτόμενοι από αυτό. Σε κάποιο σημείο το άρμα κτυπήθηκε από οβίδα και η έκρηξη έριξε τον Μπόρμαν αναίσθητο, ενώ τραυμάτισε ελαφρά τον Άξμαν. Όταν συνήλθαν επέστρεψαν προς τη γέφυρα και άρχισαν να ακολουθούν τις ράγες του (υπέργειου σε αυτό το σημείο) μετρό μέχρι το σταθμό Λέρτερ (Lehrter). Εκεί ο Μπόρμαν αποφάσισε να πάει ανατολικά, ενώ ο Άξμαν δυτικά. Έπεσε, όμως, πάνω σε σοβιετική περίπολο και αναγκάσθηκε να αλλάξει δρόμο, ακολουθώντας τον Μπόρμαν. Δεν άργησε (ο Άξμαν) να τον βρει, ξαπλωμένο ανάσκελα και νεκρό. Επειδή γύρω του δεν υπήρχαν εμφανή ίχνη έκρηξης, συμπέρανε ότι είχε πυροβοληθεί πισώπλατα ή ότι είχε αυτοκτονήσει. Ο Άξμαν κατάφερε να διαφύγει από το Βερολίνο.
Σύμφωνα με τον οδηγό του Χίτλερ, Έριχ Κέμπκα, όμως, ο Μπόρμαν σκοτώθηκε στην πρώτη έκρηξη του άρματος που ακολουθούσε καλυπτόμενος πίσω του, όταν αυτό κτυπήθηκε.
Στη δίκη της Νυρεμβέργης καταδικάστηκε ερήμην εις θάνατον για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Γύρω από το αν σκοτώθηκε το 1945 ή αν κατάφερε να διαφύγει ακούστηκαν πολλές και διαφορετικές εκδοχές. Το 1946 αναφέρθηκε ότι είχε θεαθεί σε ένα μοναστήρι του Νότιου Τιρόλου στη βόρεια Ιταλία, έχοντας κατάφερε να διασώσει και τα δέκα παιδιά του. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι ο Μπόρμαν είχε καταφέρει να διαφύγει στη Νότια Αμερική, μέσω Ιταλίας και εγκαταστάθηκε στην Αργεντινή. Οι φήμες οργίαζαν και τα ερωτήματα παρέμεναν αναπάντητα. Η μη ανεύρεση του πτώματός του, ωστόσο, δεν εμπόδισε την ερήμην καταδίκη του σε θάνατο στη Δίκη της Νυρεμβέργης. Το Μάιο του 1998 όμως, σύμφωνα με το BBC, έλεγχοι σε ένα πτώμα που ξεθάφτηκε τυχαία στο Βερολίνο, απέδειξαν ότι πρόκειται για το πτώμα του Μάρτιν Μπόρμαν. Εξετάστηκαν τα οδοντικά στοιχεία του, τα οποία επέδειξαν συμφωνία με τα υπάρχοντα στα αρχεία. Έγινε, επίσης, και έλεγχος DNA, από υλικό που έδωσε 83χρονος συγγενής του. Ο έλεγχος DNA απέδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το πτώμα ανήκε στον Μπόρμαν


ΜΠΡΑΟΥΧΙΤΣ, BAΛTEP ΦΟΝ (BRAUCHITSH, WALTER VON) (1881 - 1948) 

Γεννήθηκε στο Βερολίνο. Το 1937 διορίστηκε Στρατιωτικός Διοικητής της περιοχής της Λειψίας. Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων από το 1938 έως 1941. Ο Μπράουχιτς ηγήθηκε προσωπικά των στρατευμάτων που κατέλαβαν την Αυστρία (1938) και αργότερα τη Σουδητία και την Τσεχοσλοβακία. Διηύθυνε τις εκστρατείες από το 1939-1941 στην Πολωνία, Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Βέλγιο, Γαλλία και τα Βαλκάνια. Όταν, όμως τον Δεκέμβριο του 1941 απέτυχε να καταλάβει την Μόσχα και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Ο Χίτλερ τον αντικατέστησε. Ωστόσο, το αίσθημα της νομιμοφροσύνης τον ώθησε να αποκηρύξει τους δράστες της απόπειρας κατά του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944. Πέθανε στις 18 Οκτωβρίου 1948 στο βρετανικό νοσοκομείο του Αμβούργου, στο οποίο βρισκόταν κρατούμενος ως υπόδικος εγκληματίας πολέμου.


ΚΑΝΑΡΗΣ, ΒΙΛΧΕΛΜ (CANARIS, WILHELM) (1887 - 1945) :
Ναύαρχος. Γεννήθηκε στις 1 Ιανουαρίου 1887. Ισχυριζόταν ότι καταγόταν από την οικογένεια του Κωνσταντίνου Κανάρη, πράγμα το οποίο δεν είναι εξακριβωμένο. Επικεφαλής της διεύθυνσης πληροφοριών των Ενόπλων Δυνάμεων (Άμπβερ) από το 1934-1944. Προοδευτικά έχασε την εμπιστοσύνη του Χίτλερ, ιδίως από το 1944 και τελικά θεωρήθηκε ως αναμεμειγμένος, στην απόπειρα κατά της ζωής του δικτάτορα στις 20 Ιουνίου 1944. Συνελήφθη από τα SS. Δικάστηκε από γερμανικό δικαστήριο και απαγχονίστηκε στις 9 Απριλίου 1945.


ΝΤΑΙΝΙΤΣ, ΚΑΡΛ (DONITZ, KARL) (1891 – 1980) 
Αρχιναύαρχος. Αρχηγός του OKW (Πολεμικού Ναυτικού) από το 1943. Οργάνωσε και διηύθυνε τον πόλεμο των υποβρυχίων. Μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ διετέλεσε αρχηγός της Nαζιστικής Γερμανίας επί επτά ημέρες τον Μάιο 1945. Σχημάτισε μια υπηρεσιακή κυβέρνηση. Στη δίκη της Νυρεμβέργης (1946) κρίθηκε ένοχος για εγκλήματα κατά της ειρήνης και εγκλήματα πολέμου. Καταδικάστηκε σε 10ετή φυλάκιση, την οποία εξέτισε στις φυλακές του Σπαντάου. Αποφυλακίστηκε το 1956. Πέθανε το 1980 σε βαθιά γεράματα.


Ντίτριχ Έκαρτ (Dietrich Eckart) (1868 - 1923) :
Γερμανός δημοσιογράφος,ναζιστής, μυστικιστής και αποκρυφιστής. Άσκησε σημαντική επίδραση στον Χίτλερ. Γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου 1868 στο Neumarkt, νοτιοανατολικά της Νυρεμβέργης. Η μητέρα του πέθανε το 1878 και ο πατέρας του το 1895. Τα χρήματα που του είχε αφήσει ο πατέρας του, ο Ντίτριχ Έκαρτ τα ξόδεψε γρήγορα. Το 1891 αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέατρο και τη δημοσιογραφία. Το 1913 παντρεύτηκε τη Rosa Marx και πήγε στο Μόναχο. Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έπιασε δουλειά στο ρατσιστικό περιοδικό Auf gut Deutsch ("In good German"), δουλεύοντας μαζί με τους Alfred Rosenberg και Gottfried Feder.

To 1919 μαζί με τον Gottfried Feder και τον Anton Drexler ίδρυσαν το ρατσιστικό κόμμα «Deutsche Arbeiter Partei», το οποίο αργότερα μετεξελίχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα. Παράλληλα, ο Έκαρτ ήταν ο εκδότης της εφημερίδας του κόμματος και ο στιχουργός του ύμνου της Ναζιστικής Γερμανίας και του επίσημου τραγουδιού του ναζιστικού κόμματος. Επίσης, είχε αναμειχθεί στην μυστική αδελφότητα «Θούλη» (Thule) και είχε πάθος με τον μυστικισμό και αποκρυφισμό. Ήταν εθισμένος στη μορφίνη. Η προσωπικότητά του άσκησε σημαντική επίδραση στον Χίτλερ, με τον οποίο έγιναν στενοί φίλοι.

Το Νοέμβριο του 1923 συμμετείχε στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Γρήγορα όμως αποφυλακίστηκε και στις 26 Δεκεμβρίου 1923 πέθανε από καρδιακή προσβολή.
Ο Χίτλερ θέλησε να τον τιμήσει και του αφιέρωσε το Β’ Τόμο του βιβλίου του («Ο αγών μου»). Επίσης μετονόμασε την Waldbühne arena κοντά στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου σε «Dietrich-Eckart-Bühne».






Άντολφ Άιχμαν (Adolf Eichmann) (1906 - 1962)

Ο Άντολφ Άιχμαν, συνταγματάρχης των SS και επιφανής ναζιστής, υπήρξε ένας από τους πιο σαδιστές δολοφόνους της σύγχρονης ιστορίας και ένας από αυτούς με το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για το Ολοκαύτωμα (Holocaust). Γεννήθηκε στο Solingen της Γερμανίας στις 19 Μαρτίου 1906. Ήταν παιδί μιας προτεσταντικής μεσοαστικής οικογένειας με πατέρα επιχειρηματία. Η οικογένεια μετακόμισε στο Λιντς της Αυστρίας και ο πατέρας κλήθηκε να υπηρετήσει στο στρατό της Αυστρουγγαρίας.

Ο Άντολφ απέτυχε να συνεχίσει τις σπουδές του και, το 1927 άρχισε να εργάζεται ως τοπικός περιοδεύων αντιπρόσωπος μιας θυγατρικής εταιρείας της πανίσχυρης αμερικανικής Στάνταρντ Όιλ, της Vacuum Oil Company. [Θυμίζουμε ότι η πετρελαϊκή Standard Oil ίδρύθηκε από τον Γερμανοαμερικάνο μεγαλοεπιχειρηματία Τζον Ροκφέλερ (John Davison Rockefeller)].  Για την πρόσληψή του Άιχμαν στην εν λόγω εταιρεία μεσολάβησε ο οικογενειακός του φίλος Έρνστ Καλτενμπρούννερ. Στην εργασία αυτή παρέμεινε μέχρι το 1933, οπότε και απολύθηκε λόγω περικοπών προσωπικού.
Το 1932, σε ηλικία 26 ετών, με υπόδειξη του Ερνστ Καλτενμπρούννερ έγινε μέλος του Αυστριακού τμήματος του Ναζιστικού Κόμματος (NSDAP) με αριθμό μέλους 889895. Στη συνέχεια έγινε μέλος των SS  και το 1934 υπηρέτησε με το βαθμό του ομαδάρχη (Scharführer) στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου.
Το Νοέμβριο του 1934 μετατέθηκε στην Ασφάλεια (Sicherheitspolizei) και τοποθετήθηκε στην υπηρεσία της  SD (Sicherheitsdienst). Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο τμήμα που ασχολείτο με τους Εβραίους, το οποίο ήταν διαρκώς απασχολημένο με τη συλλογή πληροφοριών για τους διακεκριμένους Εβραϊκής καταγωγής πολίτες. Η τοποθέτηση αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία του.
Το 1935 παντρεύτηκε την Βερόνικα (Βέρα) Λιμπλ (Veronica Catalina Liebl), με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους. Τον ίδιο χρόνο ονομάζεται επισήμως υπεύθυνος των "Εβραϊκών ζητημάτων" της SD. Επισκέπτεται πολλές εβραϊκές συνοικίες σε γερμανικές πόλεις, από τις οποίες αποκομίζει ογκώδεις τόμους σημειώσεων. Μαθαίνει ένα συνονθύλευμα εβραϊκών διαλέκτων και το 1937 πραγματοποιεί, ύστερα από εισήγηση του προϊσταμένου του Χέρμπερτ Χάγκεν, ένα σύντομο ταξίδι στην Παλαιστίνη για να εξετάσει τις δυνατότητες μετανάστευσης των Εβραίων της Γερμανίας εκεί. Όμως οι Βρετανικές αρχές τού αρνούνται τη χορήγηση βίζας.
Ο Άιχμαν επιστρέφει στη Γερμανία και το 1938 μετατίθεται στην Βιέννη, όπου τοποθετείται επικεφαλής του "Γραφείου Μετανάστευσης Εβραίων". Είναι το μόνο άτομο που μπορεί να υπογράφει άδειες εξόδου Εβραίων από την χώρα. Αρχικά, η δικαιοδοσία αυτή αφορούσε στην Αυστρία, αργότερα όμως επεκτάθηκε στην Τσεχοσλοβακία και λίγο αργότερα σε ολόκληρη την επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ πριν τον Πόλεμο. Ο Άιχμαν έγινε ο ειδικός στον τομέα της εκδίωξης των Εβραίων. Μέσα σε διάστημα 18 μηνών, 150.000 Εβραίοι είχαν εγκαταλείψει (μετά από εξαναγκασμό) την Αυστρία. Η εκβιαστική αυτή μετανάστευση αποτέλεσε θαυμάσια μέθοδο "εκπαίδευσης" για τον Άιχμαν, ο οποίος άρχισε πλέον να χειρίζεται υποθέσεις εξαναγκαστικών εκτοπίσεων Εβραίων στην Πολωνία. Το 1939 κερδίζει τη θέση του ειδικού συμβούλου επί των "εκκενώσεων" Εβραίων και Πολωνών από εδάφη του Ράιχ. Το Γραφείο του έγινε ο προθάλαμος των αναγκαστικών εκτοπίσεων Εβραίων προς τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης που δημιουργήθηκαν στην κατεχόμενη Πολωνία.
Ο Άιχμαν μετατίθεται για μια ακόμη φορά, τον Δεκέμβριο του 1939, στο Γραφείο 4 (Amt IV), όπως λεγόταν το γραφείο της Γκεστάπο στο Κεντρικό Γραφείο Ασφαλείας του Ράιχ (RSHA), και τοποθετείται επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Β4. Για τα επόμενα έξι χρόνια το γραφείο του Άιχμαν ήταν το επιτελείο εκπλήρωσης της «Τελικής Λύσης» (Endlösung). Η πρακτική εφαρμογή της «Τελικής Λύσης» άρχισε με τη δημιουργία, από άνδρες της Υποδιεύθυνσής του, αρχικά γκέτο στις μεγάλες κατεχόμενες πόλεις. Πρώτα στη Βαρσοβία και ύστερα στο Λοτζ. Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε και σε πόλεις της κατεχόμενης ζώνης στη Σοβιετικής Ένωσης.
Οι μεταφορές Εβραίων στα ειδικά δημιουργημένα Στρατόπεδα Θανάτου άρχισαν το καλοκαίρι του 1941. Ο ίδιος ο Άιχμαν ήταν υπεύθυνος για να οργανώνει το σύστημα μεταφορών των Εβραίων από όλα τα μέρη της κατεχόμενης Ευρώπης προς τα στρατόπεδα αυτά, όπου και θα εξοντώνονταν. Για να διαπιστώσει την πρόοδο των "εργασιών" της «Τελικής Λύσης», ο Άιχμαν επισκέπτεται το στρατόπεδο του Άουσβιτς το 1941. Τον Νοέμβριο του 1941 προάγεται σε Αντισυνταγματάρχη (Sturmbannfuhrer) των SS και έχει ήδη οργανώσει τις μαζικές εκτοπίσεις Εβραίων από τη Γερμανία και τη Βοημία, σύμφωνα με τις εντολές του Χίτλερ "να εκκαθαρίσει το Ράιχ από τους Εβραίους το ταχύτερο δυνατό". Στις 20 Ιανουαρίου 1942  πραγματοποιείται με άκρα μυστικότητα σε ένα προάστιο του Βερολίνου η Διάσκεψη της Βάνζεε, κατά την οποία συζητήθηκαν θέματα που σχετίζονταν με το σχέδιο εξόντωσης των Εβραίων.
Ο Άιχμαν επισκέφτηκε πολλά γκέτο και στρατόπεδα θανάτου στα πλαίσια των καθηκόντων του. Επισκέπτεται ξανά το στρατόπεδο του Άουσβιτς και εκεί, σε συνεργασία με τον Διοικητή του στρατοπέδου Ρούντολφ Ες, επιλέγει προσεκτικά τους χώρους εγκατάστασης των θαλάμων αερίων. Εγκρίνει τη χρήση του Zyklon-B ως αερίου θανάτου και παρακολουθεί προσωπικά τις πρώτες εφαρμογές του, για να βεβαιωθεί για την επιτυχία της μεθόδου. Φαίνεται ικανοποιημένος από τους αριθμούς των εκτελεσθέντων αντιπάλων του ναζισμού. Περιοδεύει συχνά σε όλες τις κατεχόμενες περιοχές και οργανώνει με προσοχή τις μεταφορές ανθρώπων προς  τα στρατόπεδα θανάτου. Υπάρχει εντολή να αφαιρούνται από τους Εβραίους όλα τα πολύτιμα αντικείμενα (ακόμη και τα χρυσά δόντια), τα γυαλιά όρασης, τα υποδήματα, οι βέρες, ακόμη και τα μαλλιά από τις γυναίκες κρατούμενες. Όλα αυτά πλουτίζουν τα ταμεία των SS.
Ο Άιχμαν μέχρι το τέλος του πολέμου συνεχίζει να πραγματοποιεί μαζικές εκτελέσεις στους θαλάμους αερίων των στρατοπέδων θανάτου. Τον Μάρτιο του 1944 πρωτοστατεί στη σφαγή των Εβραίων που είχαν απομείνει στην Ουγγαρία. Τον Αύγουστο του 1944 αναφέρει στον Χίμλερ, ότι αρκετά εκατομμύρια Εβραίων είχαν εξολοθρευθεί στα στρατόπεδα θανάτου καθώς επίσης και από τις "κινητές μονάδες", τα Einsatzgruppen.
Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Άιχμαν καταφέρνει να διαφύγει από την Ουγγαρία στην Αυστρία,  όπου και συλλαμβάνεται από τους Αμερικανούς. Επειδή έχει φροντίσει να πάρει το πλαστό όνομα «Ότο Έκμαν» (Otto Eckmann), οι Αμερικανοί δεν του αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία. Εγκλείεται σε στρατόπεδο αιχμαλώτων, όχι όμως υψηλής ασφαλείας, και έτσι καταφέρνει να δραπετεύσει και κρύβεται επί τρία ολόκληρα χρόνια στη Γερμανία. Το μεγάλο μερίδιο ευθύνης του στο Ολοκαύτωμα αποκαλύπτεται στη Δίκη της Νυρεμβέργης μέσω των μαρτυριών αλλά και όσων εγγράφων διασώθηκαν. Τα ίχνη του, όμως, έχουν χαθεί. Ο Άιχμαν είναι εξαφανισμένος. Οι Ισραηλινοί όμως είναι διατεθειμένοι να ψάξουν παντού μέχρι να τον εντοπίσουν και να τον συλλάβουν. Δημιουργούν το ειδικό "σώμα" των Εκδικητών (Nokmim), που έχει ως στόχο τον εντοπισμό εγκληματιών πολέμου που είτε έχουν διαφύγει τη σύλληψη, από αμέλεια των δυνάμεων κατοχής της Γερμανίας ή έλλειψη τεκμηρίων, είτε έχουν αλλάξει ταυτότητα και κρύβονται, όπως ο Άιχμαν.
Ο Άιχμαν καταφέρνει, το 1950, με τη βοήθεια της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, να προμηθευτεί ένα Ιταλικό διαβατήριο στο όνομα Ρικάρντο Κλέμεντ (Riccardo Clement), στο οποίο εμφανίζεται ως άπολις (χωρίς υπηκοότητα). Το ίδιο έτος του χορηγείται βίζα, πάλι με τη μεσολάβηση του Ερυθρού Σταυρού, για να μεταβεί στην Αργεντινή. [Ας μην ξεχνάμε ότι η Αργεντινή υπήρξε το καταφύγιο πολλών ναζιστών εγκληματιών πολέμου]. Αρχικά εγκαταστάθηκε σε ένα προάστιο του Μπουένος Άιρες, όπου άνοιξε ένα καθαριστήριο ρούχων. Το κατάστημα χρεοκόπησε λίγο αργότερα και ο Άιχμαν μετακινήθηκε στην πόλη  Tucuman, όπου εργάστηκε για ένα εργοστάσιο επεξεργασίας νερού και αρδεύσεων. Το 1952 κάλεσε τη σύζυγο και τα παιδιά τους να έρθουν κοντά του, όπως και έγινε. Το 1953, όμως, η εταιρεία για την οποία εργαζόταν χρεοκόπησε και η οικογένεια μετακινήθηκε ξανά στο Μπουένος Άιρες. Ο Άιχμαν προσελήφθη ως υπάλληλος της τοπικής αντιπροσωπείας της Μερτσέντες - Μπεντς (Mercedes - Benz).
Το 1959 η Μοσάντ, δηλαδή η μυστική υπηρεσία του Ισραήλ, πληροφορείται από έναν Εισαγγελέα ότι ο Άιχμαν είναι ζωντανός και βρίσκεται στην Αργεντινή με το όνομα Κλέμεντ. Πράκτορες της Μοσάντ πηγαίνουν στην Αργεντινή και θέτουν τον Άιχμαν υπό παρακολούθηση. Δεν έχουν, όμως, αρκετά στοιχεία για να πεισθούν για την πραγματική ταυτότητα του κ. Ρικάρντο Κλέμεντ. Την απόδειξη τους παρέχει ο ίδιος ο Άιχμαν, όταν στις 11 Μαϊου 1960 πηγαίνει να εορτάσει την αργυρή επέτειο του γάμου του (δηλαδή την επέτειο 25 χρόνων γάμου) με τη σύζυγό του, την οποία υποτίθεται ότι είχε νυμφευθεί στην Αργεντινή μόλις πριν μερικά χρόνια. Οι Ισραηλινοί, έχοντας την επιβεβαίωση που ζητούσαν, αναλαμβάνουν δράση. Οργανώνουν και πραγματοποιούν την απαγωγή του καταζητούμενου εγκληματία και τον κρατούν αιχμάλωτο σε ασφαλές κρησφύγετο, μέχρι να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία να τον φυγαδεύσουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τις αρχές της Αργεντινής. Η οικογένειά του τον αναζητά, τηλεφωνώντας σε νοσοκομεία και κλινικές, αποφεύγει, όμως, να ειδοποιήσει την Αστυνομία.
Στις 21 Μαϊου 1960 οι Ισραηλινοί βάζουν τον Άιχμαν ναρκωμένο, σε ένα εμπορικό αεροσκάφος της Ελ Αλ και τον οδηγούν στην Ιερουσαλήμ. Στις 23-5-1960 ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπεν Γκουριόν ανακοινώνει τη σύλληψη του Άιχμαν. Η Αργεντινή διαμαρτύρεται για την απαγωγή του Άιχμαν και, ύστερα από άκαρπες διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ, ζητεί σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το Ισραήλ συγκροτεί, σύμφωνα με τον Ισραηλινό ποινικό νόμο, τριμελές Δικαστήριο. Την υπεράσπιση του Άιχμαν αναλαμβάνει ο Γερμανός δικηγόρος δρ. Ρόμπερτ Σερβάτιους (Robert Servatius).
Η πολύκροτη δίκη, άρχισε στις 11 Απριλίου 1961. Η κατηγορία αφορούσε συνολικά δεκαπέντε αδικήματα, ανάμεσα στα οποία εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας, εγκλήματα κατά των Εβραίων και συμμετοχή σε εκτός νόμου οργάνωση (τα SS). Ο Κατήγορος προσκόμισε μεγάλο όγκο εγγράφων, με τα οποία απεδείκνυε την εμπλοκή του κατηγορουμένου στις πράξεις για τις οποίες κατηγορείτο. Το Δεκέμβριο του 1961 το δικαστήριο αποφασίζει ότι ο Άιχμαν είναι ένοχος για όλες τις κατηγορίες και τον καταδικάζει σε θάνατο με απαγχονισμό. Τελικά εκτελέστηκε στις 31-5-1962.




Χανς Φρανκ (Hans Michael Frank) (1900 - 1946) :
Ο Χανς Μίχαελ Φρανκ (Hans Michael Frank) ήταν Γερμανός δικηγόρος, νομικός εκπρόσωπος του NSDAP (Ναζιστικό Κόμμα)  κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 και υψηλόβαθμος αξιωματούχος στο Γ’ Ράιχ.  Για την απάνθρωπη δράση του στην Πολωνία έγινε γνωστός ως «ο δήμιος της Πολωνίας». Με το τέλος του πολέμου συνελήφθη και δικάστηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης για τον ρόλο που έπαιξε ως επικεφαλής Γενικός Κυβερνήτης στο Γενικό Κυβερνείο (Generalgouvernement) στην κατεχόμενη Πολωνία και την συμμετοχή του στο Ολοκαύτωμα (Holocaust). Κρίθηκε ένοχος και εκτελέστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1946 με απαγχονισμό.
Ο Φρανκ γεννήθηκε στην Καρλσρούη στις 23 Μαΐου του 1900 και ήταν το μεσαίο παιδί του δικηγόρου Καρλ Φρανκ και της συζύγου του Μαγκνταλένα Μπουχμάιερ (Magdalena Buchmaier). Κατατάχθηκε στον Γερμανικό Στρατό το 1917, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Προσχώρησε από νωρίς στο Ναζιστικό Κόμμα (NSDAP), στα Τάγματα Εφόδου (SA) και πήρε μέρος στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ το 1923.
Υπερασπίστηκε πολυάριθμα μέλη του Ναζιστικού Κόμματος που είχαν παραπεμφθεί σε δίκες για διάφορες εγκληματικές ενέργειες. Το 1925 ο 25χρονος Φρανκ παντρεύτηκε την 29χρονη Μπριγκίτε Χερμπστ (Brigitte Herbst) στο Μόναχο. Απέκτησαν πέντε παιδιά. Παρόλα αυτά δεν είχαν ευτυχισμένο γάμο και ο Χανς ζήτησε, το 1942, διαζύγιο, το οποίο η σύζυγός του αρνήθηκε να του παραχωρήσει. Η Μπριγκίτε, από το 1939, αποκαλούσε τον εαυτό της "βασίλισσα της Πολωνίας" και έκανε τα πάντα για να σώσει τον γάμο της με τον Χανς, κυρίως  επειδή ήθελε να παραμείνει η "πρώτη κυρία" στο Γενικό Κυβερνείο. Περίφημη παραμένει η δήλωσή της "προτιμώ να μείνω χήρα, παρά να δώσω διαζύγιο σε έναν Υπουργό του Ράιχ!".
Το 1930 εκλέχτηκε μέλος του Ράιχσταγκ. Ήταν, επίσης, επικεφαλής της Ένωσης Ναζιστών Νομικών, της επονομασθείσης "Rechtswahrerbund". Το 1933 διορίσθηκε Υπουργός Δικαιοσύνης του κρατιδίου της Βαυαρίας,  ενώ το 1934 έγινε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου και Επιθεωρητής της Δικαιοσύνης της Ναζιστικής Κυβέρνησης. Διατήρησε αυτό το αξίωμα μέχρι το 1942. Τοποθετήθηκε Γενικός Κυβερνήτης, επικεφαλής του «Γενικού Κυβερνείου», που δημιουργήθηκε στο κατεχόμενο από την Γερμανία και μη προσαρτημένο σε αυτήν Πολωνικό έδαφος, με έδρα την Κρακοβία (Οκτώβριος 1939).
Του απονεμήθηκε ο βαθμός του Στρατηγού των SS. Πρώτη του μέριμνα ήταν η καταστροφή της πνευματικής ζωής της κατεχόμενης Πολωνίας. Για το σκοπό αυτό οργάνωσε την επιχείρηση ΑΒ (AB Aktion, Außerordentliche Befriedungsaktion), κατά την οποία περίπου 7000 καθηγητές, δάσκαλοι και ιερείς συνελήφθησαν και σφαγιάσθηκαν από τους ναζί, ενώ άλλοι 25.000 στάλθηκαν σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Γερμανία.
Το 1942 απαλλάχθηκε από τα καθήκοντα του Υπουργού του Ράιχ, διατήρησε, όμως, το αξίωμα του Γενικού Κυβερνήτη. Η πρώτη προτεραιότητα του Φρανκ ήταν η εξόντωση των Εβραίων στην περιοχή που έλεγχε. Στη δίκη του, ωστόσο, για να ελαφρύνει τη θέση του ισχυρίστηκε ότι η εξολόθρευση των Εβραίων και η δημιουργία των Στρατοπέδων Εξόντωσης ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του Χίμλερ. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την περιοχή (και το αξίωμά του) τον Ιανουάριο του 1945, όταν αυτή καταλήφθηκε από τον Κόκκινο Στρατό.  
Συνελήφθη από τα αμερικανικά στρατεύματα στις 3-5-1945. Κατά τη σύλληψή του προσπάθησε να αυτοκτονήσει, πράγμα που επανέλαβε δύο ημέρες αργότερα, κόβοντας τις φλέβες στον αριστερό του βραχίονα. Και οι δύο απόπειρες απέτυχαν. Όπως ήταν φυσικό, ο Φρανκ παραπέμφθηκε για να δικαστεί στη Δίκη της Νυρεμβέργης (1945 - 1946). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας επανέκτησε την ρωμαιοκαθολική του πίστη και με τη θέλησή του παρέδωσε στην κατηγορούσα αρχή 42 τόμους ημερολογίων του, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για την στήριξη των εναντίον του κατηγοριών. Ο ίδιος παραδέχθηκε αρκετά στοιχεία των εναντίον του κατηγοριών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η απολογία του θύμιζε περισσότερο εξομολόγηση των αμαρτημάτων του. Μια από τις σημαντικότερες φράσεις του, κατά την απολογία του, ήταν: "Θα περάσουν χίλια χρόνια και οι ενοχές της Γερμανίας δεν θα έχουν εξαλειφθεί".
Ο Φρανκ κηρύχθηκε ένοχος για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου και για εγκλήματα εναντίον της Ανθρωπότητας και καταδικάσθηκε σε θάνατο με απαγχονισμό. Στο χρονικό διάστημα από την 1η Οκτωβρίου (οπότε εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση) μέχρι τις 16 Οκτωβρίου 1946, οπότε η απόφαση εκτελέσθηκε, συνέγραψε τα απομνημονεύματά του. Το 1987 ο μικρότερος γιος του, Νίκλας, εξέδωσε το βιβλίο "Der Vater: Eine Abrechnung " (Ο πατέρας: Ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών). Το βιβλίο προκάλεσε διαμάχες στη Γερμανία, λόγω του τρόπου με τον οποίο ο Νίκλας επιτίθεται στον πατέρα του, αποκαλώντας τον "μια γλοιώδη οπή Χιτλερικού φανατισμού" και αμφισβητώντας την μεταμέλεια που επέδειξε κατά τις τελευταίες του στιγμές. Το βιβλίο δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στο περιοδικό "Stern" και μεταφράσθηκε στα αγγλικά το 1991 με τίτλο "In the Shadow of the Reich" (Στη σκιά του Ράιχ).



Βίλχελμ Φρικ (Wilhelm Frick) (1877 - 1946)
Γιος ενός προτεστάντη δασκάλου. Το 1910 παντρεύτηκε την Elisabetha Emilie Nagel και το 1934 χώρισαν. Το ίδιο έτος παντρεύτηκε την Margarete Schultze-Naumburg. Το 1925 εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα. Ήταν ο εμπνευστής των Νόμων της Νυρεμβέργης. Υπουργός Εσωτερικών την περίοδο 1933 - 1943. Στη Δίκη της Νυρεμβέργης καταδικάστηκε σε θάνατο και απαγχονίστηκε.


Χανς Φρίτσε (Hans Fritzsche) (1900 - 1953)
Γεννήθηκε στο Μπόχουμ. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε δημοσιογράφος. Το 1933 εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα. Ήταν ο διευθυντής της ραδιοφωνικής υπηρεσίας του υπουργείου προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ. Στις 2 Μαϊου 1945 αιχμαλωτίστηκε στο Βερολίνο από Σοβιετικούς στρατιώτες. Στάλθηκε στη Μόσχα. Παραπέμφθηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης αλλά αθωώθηκε. Αργότερα, στις δίκες αποναζιστικοποίησης καταδικάστηκε σε 9 χρόνια κάτεργα. Όμως απολύθηκε γρήγορα (1950) και πέθανε το 1953.



Βάλτερ Φουνκ (Walther Funk) (1890 - 1960)
Υπουργός Οικονομίας και Πρόεδρος της Reichsbank, δηλαδή της Τράπεζας του Γ’ Ράιχ. Γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου 1890 στην Πρωσία. Το 1920 παντρεύτηκε την Luise Schmidt-Sieben. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο εργάστηκε  ως δημοσιογράφος. Το 1931 εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα (NSDAP) και ήρθε σε επαφή με τον Στράσερ και τον Χίτλερ. Το Μάρτιο του 1933 τοποθετήθηκε στο υπουργείο προπαγάνδας.
Το 1939 ένας από τους υφιστάμενους του Φουνκ έστειλε υπόμηνμα στην OKW σχετικά με τη χρήση (εκμετάλλευση) των αιχμαλώτων πολέμου για την κάλυψη των ελλείψεων της Γερμανίας σε εργατικό δυναμικό. Από το Φεβρουάριο του 1938 μέχρι το Μάιο του 1945 ήταν υπουργός Οικονομίας (διαδεχόμενος τον Schacht). Από τον Ιανουάριο του 1939 μέχρι το Μάιο του 1945 ήταν Πρόεδρος της τράπεζας Reichsbank. Παράλληλα έγινε μέλος της διοίκησης της πανίσχυρης Τράπεζας Διεθνών Διευθετήσεων (Bank of International Settlements, BIS), με έδρα την Ελβετία. Σύμφωνα με δήλωση του Αντιπροέδρου της Reichsbank Emil Pohl, το καλοκαίρι του 1942 ενημερώθηκε από τον Φουνκ για μια συμφωνία μεταξύ του Χάινριχ Χίμλερ και του Lutz Schwerin von Krosigk. Με βάση τη συμφωνία αυτή, η τράπεζα Reichsbank θα έπαιρνε τα κατασχεμένα από τα SS κοσμήματα και άλλα πολύτιμα είδη (χρυσός κτλ), με σκοπό να χρηματοδοτήσει τις βιομηχανικές επιχειρήσεις.
Ο Φουνκ καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά αποφυλακίστηκε το Μάιο του 1957, χωρίς να έχει εκτίσει όλη την ποινή του. Πέθανε στις 31 Μαϊου 1960 στο Ντύσελντορφ της Δυτικής Γερμανίας.



ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ, ΓΙΟΖΕΦ (Paul Joseph Goebbels) (1897-1945) :
Γεννημένος στις 29-10-1897 στο Ρέιντ, στην ευρύτερη περιοχή του Ρήνου, από αυστηρούς καθολικούς γονείς. Σε ηλικία 3 ετών επλήγη από πολιομυελίτιδα, συνέπεια της οποίας ήταν η μόνιμη αναπηρία στο ένα του πόδι. Σπούδασε Ιστορία και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Στα νεανικά του χρόνια είχε συνάψει σχέση με την Έλζε Γιάνκε (Else Janke), της οποίας η μητέρα ήταν Εβραία. Προσχώρησε στο Ναζιστικό Κόμμα (NSDAP) στις 9 Δεκεμβρίου 1925 (με αριθμό μέλους 8762). Ως μέλος του NSDAP, ο Γκαίμπελς αρχικά εργάστηκε ως γραμματέας του Γκρέγκορ Στράσερ (Gregor Strasser). Ήταν δυσαρεστημένος από το γεγονός ότι ο Χίτλερ δεχόταν δωρεές από διάφορους βιομηχάνους. Εντούτοις ο ίδιος, εκείνο το διάστημα, όπως γράφει στο ημερολόγιο του, υποστηριζόταν οικονομικά από τον διευθυντή εργοστασίου Άρνολντ. To 1926 διορίστηκε Gauleiter στο Βρανδεμβούργο και άρχισε να αφοσιώνεται ολόψυχα στον Χίτλερ, παρά το ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν υποστηρικτής της πτέρυγας του Στράσερ. Στις γερμανικές εκλογές του 1930 έκανε πολυάριθμες ομιλίες και πρωτοστάτησε στην προεκλογική εκστρατεία του NSDAP. Υπήρξε δημαγωγός, αδίστακτος πολιτικάντης και στις 13 Μαρτίου 1933 έγινε Υπουργός Προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ. Το υπουργείο του Γκαίμπελς επέβαλε τη λογοκρισία και άσκησε απόλυτο έλεγχο στον Τύπο, το ραδιόφωνο, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Παράλληλα έκαψε πολλές χιλιάδες βιβλία αντιναζιστών συγγραφέων. Το 1931 παντρεύτηκε με τη Μάγδα Γκαίμπελς.  Το 1937 ο Γκαίμπελς είχε εξωσυζυγική ερωτική σχέση με την Τσέχα ηθοποιό Λίντα Μπαάροβα (Lída Baarová). Η σχέση αυτή ενόχλησε τη Μάγδα Γκαίμπελς, η οποία έκανε παράπονα στον Χίτλερ. Ο Χίτλερ μίλησε με αυστηρό ύφος στον Γκαίμπελς και απαίτησε να διακόψει την παράνομη σχέση του με την ηθοποιό. Ο Γκαίμπελς αρνήθηκε και υπέβαλε την παραίτησή του, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή. Έτσι λοιπόν, ο Χίτλερ φρόντισε να διώξει την Τσέχα ηθοποιό από τη Γερμανία. Ο Γκαίμπελς υπήρξε μια από τις πιο γνωστές φυσιογνωμίες του Ναζισμού και αρκετά πιστός συνεργάτης του Χίτλερ. Αυτοκτόνησε μαζί με τη γυναίκα και τα 6 παιδιά του την 1η Μαΐου 1945, βλέποντας ότι η ήττα από τους Σοβιετικούς ήταν αναπόφευκτη. Πρώτα δηλητηριάστηκαν τα παιδιά και στη συνέχεια το ζεύγος Γκαίμπελς πήγε στον κήπο της Καγκελαρίας, όπου διέταξαν ένα μέλος των SS να τους εκτελέσει με ένα περίστροφο. Μερικοί φαντάροι προσπάθησαν να αποτεφρώσουν τις σορούς, αλλά δεν είχα στη διάθεσή τους αρκετή βενζίνη. Οι σοροί κάηκαν αλλά όχι μέχρις αδυναμίας αναγνωρίσεως. Οι Σοβιετικοί βρήκαν τα πτώματα και τα αναγνώρισαν.




ΓΚΑΙΡΙΝΓΚ, XEPMAN (Hermann Wilhelm Göring) (1893-1946) :
Αρχηγός της Λουφτβάφε και πρωτοκλασάτο στέλεχος του ναζισμού. Υπήρξε στενός συνεργάτης του Χίτλερ. Γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου του 1893 στο Ρόζενχαϊμ. Σε νεανική ηλικία εγγράφηκε σε στρατιωτική σχολή της Καρλσρούης. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν υπολοχαγός του πεζικού. Λόγω ρευματισμών εισήχθη σε νοσοκομείο ττο 1915, όπου λίγο αργότερα ο πιλότος φίλος του, Μπρούνο Λέρτσερ, τον έπεισε να καταταγεί στην πολεμική αεροπορία. Το 1916 ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του ως πιλότος. Ορίστηκε διοικητής μοίρας, συγκεκριμένα της "Jagdstaffel 26" και προήχθη σε σμηναγό. Τον Ιούλιο του 1918 είχε την τιμή να οριστεί αρχηγός του "Jagdgeschwader 1".
Στη Σουηδία γνώρισε την πρώτη του σύζυγο, την Carin Freiin von Kantzow, την οποία παντρεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1922.  Το 1931 η Carin πέθανε από φυματίωση. Η φήμη του Γκαίρινγκ ως ήρωα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και οι σχέσεις που διατηρούσε με αριστοκρατικούς κύκλους τον έκαναν ιδανικό υποψήφιο για το, νέο ακόμη, Ναζιστικό Κόμμα, στο οποίο προσχώρησε το 1922. Τον Δεκέμβριο του 1922 ο Χίτλερ τον όρισε Αρχηγό των Ταγμάτων Εφόδου (SA). Το 1923 συμμετείχε στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ, αλλά διέφυγε τη σύλληψη. Κατέφυγε για τέσσερα χρόνια στο εξωτερικό, μέχρι που μια γενική αμνηστία του επέτρεψε την επιστροφή. Λόγω ενός τραύματός του στον πόλεμο άρχισε να παίρνει μορφίνη, με αποτέλεσμα την εξάρτησή του από την ουσία αυτή. Εκτός από μορφινομανής, έγινε και αλκοολικός. Επίσης ήταν υπερβολικά φιλόδοξος και φιλοχρήματος.
Στα τέλη του 1927 επέστρεψε στην Γερμανία. Το 1932 εκλέχτηκε Πρόεδρος του Ράιχσταγκ. Είχε υπό τον έλεγχό του την πρωσική αστυνομία, από την οποία έδιωξε πολλούς αντιναζιστές και τους αντικατέστησε με ναζιστές. To 1934 ίδρυσε την Γκεστάπο, την αρχηγία της οποίας παρέδωσε στον Χίμλερ το ίδιο έτος. Παράλληλα, συμμετείχε στη Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών, κατά την οποία δολοφονήθηκαν πολλοί εσωκομματικοί του αντίπαλοι και κυρίως ηγετικά στελέχη των Ταγμάτων Εφόδου. Το 1935 πήρε εντολή από τον Χίτλερ να οργανώσει τη νέα πολεμική αεροπορία (Λουφτβάφε). To 1938 προβιβάστηκε σε Αρχιστράτηγο και το 1940 ονομάστηκε Στρατάρχης του Ράιχ. Στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο έστειλε την "Legion Condor" (Λεγεώνα Κόνδωρ), για να υποστηρίξει τον φασίστα δικτάτορα Φράνκο εναντίον των δημοκρατικών. Τα αεροσκάφη της Λεγεώνας κατέστρεψαν ολοσχερώς την πόλη Γκουέρνικα.
Στις 23 Απριλίου 1945, μια εβδομάδα πριν από την αυτοκτονία του Χίτλερ, επικοινώνησε μαζί του και ζήτησε εξουσιοδότηση να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τον εχθρό. Για τον Χίτλερ, ο οποίος επηρεάστηκε από τον αντίζηλο του Γκαίρινγκ Μάρτιν Μπόρμαν, αυτό θεωρήθηκε καθαρή προδοσία. Απέλυσε τον Γκαίρινγκ από όλα τα αξιώματα, τον απέκλεισε από το Ναζιστικό Κόμμα και διέταξε την καταδίκη του σε θάνατο, που μετέτρεψε αμέσως σε φυλάκιση, σε αναγνώριση των ως τότε υπηρεσιών του. Στις 8-5-1945 ο Γκαίρινγκ αιχμαλωτίστηκε από τον αμερικανικό στρατό. Στη δίκη της Νυρεμβέρης καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό, αλλά την παραμονή της εκτέλεσής του, αυτοκτόνησε στις 15-10-1946 με δηλητήριο (υδροκυάνιο).


ΧΑΛΝΤΕΡ, ΦΡΑΝΤΣ (HALDER, FRANZ) (1884-1972) : 
Αρχηγός του OKH (Γενικό Επιτελείο Στρατού) από το 1938 έως το 1942. Διηύθυνε την εκστρατεία κατά της Πολωνίας το 1939 και της Δύσης το 1940. To 1942 διαφώνησε με τον Χίτλερ επί στρατιωτικών θεμάτων και αντι- καταστάθηκε. Στις 23 Ιουλίου 1944 συνελήφθη από τη Γκεστάπο ως ύποπτος για συμμετοχή στην απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ. Φυλακίστηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα Φλόσενμπεργκ και Νταχάου. Τον Απρίλιο του 1945 μεταφέρθηκε στο Νότιο Τυρόλο (Αυστρία), από όπου και ελευθερώθηκε. Τα επόμενα δύο χρόνια τα πέρασε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου των Συμμάχων.  Τη δεκαετία του 1950 έγινε ιστορικός του πολέμου. Συγκαταλεγόταν μεταξύ των ανωτάτων Γερμανών αξιωματικών που αμφισβητούσαν τις ικανότητες του Χίτλερ.



ΕΣ , ΡΟΥΝΤΟΛΦ (HESS, RUDOLF) (1894-1987) (Rudolf Walter Richard Heß) :
Γεννήθηκε στην Αίγυπτο στις 26 Απριλίου 1894. Γόνος εύπορης οικογένειας με μητέρα βρετανικής καταγωγής. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην Αλεξάνδρεια, όπου πήγαινε σε γερμανικό σχολείο.  
Πήρε μέρος στις μάχες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αρχικά ως πεζικάριος και αργότερα ως πιλότος της πολεμικής αεροπορίας. Στα τέλη του πολέμου έγινε ανθυπολοχαγός. Όταν σπούδαζε στο Μόναχο, είχε για καθηγητή τον Καρλ Χαουσχόφερ, με τον οποίο διατήρησε φιλική σχέση και τα επόμενα χρόνια. Έγινε μέλος της μυστικής αδελφότητας «Εταιρεία της Θούλης» και ήρθε σε επαφή με τις θεωρίες του μυστικισμού και του αποκρυφισμού. Γνωρίστηκε με τον λοχαγό Έρνστ Ρεμ (που αργότερα θα γινόταν αρχηγός των SA) και με τον Χάινριχ Χιμλερ (που αργότερα θα γινόταν αρχηγός των SS).

Στις αρχές του 1920 έγινε το 16ο μέλος του Ναζιστικού Κόμματος (NSDAP), πριν ακόμη ενταχθεί σε αυτό ο Χίτλερ (ως 55ο μέλος). Στην πορεία, θα ανέβαινε γρήγορα τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας και έφθνε στη θέση του Υπαρχηγού του κόμματος. Το 1923 πήρε μέρος στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 15μηνη φυλάκιση. Όμως αποφυλακίστηκε πρόωρα. Στη φυλακή ο Χίτλερ υπαγόρευσε στον Ες ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου του («Ο αγών μου»). Το 1927 παντρεύεται την Ίλζε Πρελ. Κουμπάρος στο γάμο του ήταν ο Χίτλερ. Tov Απρίλιο 1933 προήχθη σε αναπληρωτή του Χίτλερ και τον Δεκέμβριο σε Υπουργό του Γ’ Ράιχ άνευ χαρτοφυλακίου. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Χίτλερ απαγόρευσε στον Ες να πετάει, παρόλο που ήξερε πόσο πολύ ήθελε ο Ες να καταταγεί στη Λουφτβάφε.
Στις 10 Μαΐου 1941 έγινε μια από τις πιο πολυσυζητημένες, παράτολμες και μυστηριώδεις πτήσεις στην ιστορία. Ο Ρούντολφ Ες πέταξε με ένα αεροπλάνο τύπου Messerschmitt Bf 110 στη Σκωτία, θέλοντας να συναντηθεί με τον Δούκα του Χάμιλτον, ηγέτη του βρετανικού φιλειρηνικού κινήματος και βουλευτή. Κατά πάσα πιθανότητα ήθελε να πετύχει μια μυστική συμφωνία ειρήνης μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας. Όμως, γύρω από αυτή τη μυστηριώδη υπόθεση έχουν κυκλοφορήσει διάφορες θεωρίες και σενάρια και ακόμα δεν έχει ξεκαθαριστεί αν το ταξίδι του Ες έγινε εν γνώσει ή εν αγνοία του Χίτλερ. 
Ο Ες προετοίμασε μεθοδικά το ταξίδι του. Πρόσθεσε στο αεροπλάνο δύο βοηθητικές δεξαμενές καυσίμου, των 700 λίτρων. Επίσης, πρόσθεσε ενισχυμένα ραδιοβοηθήματα, ενώ αντίστοιχος ραδιοπομπός τοποθετήθηκε στο σπίτι του Ες στα περίχωρα του Μονάχου. Παράλληλα, έπεισε τον Μπάουρ, τον προσωπικό πιλότο του Χίτλερ, να του δώσει ένα μυστικό χάρτη των απαγορευμένων αεροπορικών ζωνών. Ξεκίνησε το ταξίδι του από το αεροδρόμιο του Άουγκσμπουργκ, με κατεύθυνση προς τη Βόρειο Θάλασσα. Στην κομητεία Ρένφιουσιρ, νότια της Γλασκώβης, έπεσε το αεροσκάφος του Ες με κινητήρες DaimlerBenz. Οι άνδρες της Βρετανικής Εθνοφρουράς έσπευσαν στο σημείο και συνέλαβαν τον πιλότο, ο οποίος έπεσε στο έδαφος χρησιμοποιώντας το αλεξίπτωτό του. Ο μυστηριώδης επισκέπτης δεν αποκάλυψε το πραγματικό του όνομα. Είπε ότι λεγόταν Άλμπερτ Χορν και ζήτησε να δει τον Ντάγκλας Χάμιλτον. Ο Χάμιλτον, αξιωματικός της Βρετανικής Πολεμικής Αεροπορίας (RAF), επισκέφτηκε τον άγνωστο άνδρα στο νοσοκομείο, όπου είχε μεταφερθεί για να περιποιηθούν τον αστράγαλό του. Ο τραυματισμένος πιλότος αποκάλυψε στον Χάμιλτον ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Ρούντολφ Ες, στενός συνεργάτης του Χίτλερ και δεύτερος στην ιεραρχία του γερμανικού ναζιστικού κόμματος (NSDAP).
Ο Ες ανακρίθηκε, φυλακίστηκε και παρέμεινε δέσμιος μέχρι το τέλος του πολέμου. Στη δίκη της Νυρεμβέργης καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση. Μέχρι το θάνατό του το 1987, δεν μίλησε ποτέ επίσημα για τους λόγους που τον ώθησαν να κάνει αυτό το περίεργο ταξίδι. Η αναχώρησή του από το αεροδρόμιο του Άουγκσμπουργκ τοποθετείται στις 17.40 της 10ης Μαΐου 1941. Η άφιξή του στη Σκωτία υπολογίζεται ότι έγινε στις 23.00 . Η επίσημη γραμμή της γερμανικής κυβέρνησης ήταν ότι επρόκειτο για μια πράξη προδοσίας.
Στη δίκη της Νυρεμβέργης καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά. Κατά τη διάρκεια της δίκης φάνηκε αμετανόητος και δήλωσε «Δεν μετανιώνω για τίποτα». Στη συνέχεια οδηγήθηκε στις φυλακές του Σπαντάου. Βρισκόμενος αργότερα σε καθεστώς κατ’ οίκον περιορισμού, αυτοκτόνησε στις 17 Αυγούστου 1987 με ένα καλώδιο.




ΧΑΪΝΤΡΙΧ, PAΪNXAPΝT (HEYDRICH, REINHARD) (1904-1942) :
Γεννήθηκε στις 7-3-1904. Το 1922 πήγε στο Ναυτικό. Η καριέρα του στο Ναυτικό είχε άδοξο τέλος. Ύστερα από την ερωτική περιπέτειά του με την κόρη ενός διευθυντή ναυπηγείου και την άρνησή του να τη νυμφευθεί, ο ναύαρχος Erich Roeder τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το Ναυτικό. Προσχώρησε το 1931 στο Ναζιστικό Κόμμα (NSDAP) και το 1932 έγινε αρχηγός της υπηρεσίας ασφάλειας των SS. Διεκατείχετο από σφοδρό αντισημιτισμό καίτοι ήταν εβραϊκής καταγωγής, την οποία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποκρύψει. Υπήρξε ανελέητος διώκτης των αντιπάλων του ναζισμού και είχε παγωμένο βλέμμα και αποκρουστικό πρόσωπο. Το 1930 γνώρισε την Lina Mathilde von Osten, η οποία ήταν μέλος του NSDAP. Το Δεκέμβριο του 1931 την παντρεύτηκε. Εν τω μεταξύ, ο Erich Raeder έδιωξε τον Χάιντριχ από το Ναυτικό. Άρχισε να εργάζεται στην Υπηρεσία Πληροφοριών. Ο Χίμλερ τον προήγαγε σε SSSturmbannfuhrer. Το 1932 έπιασε δουλειά στα SD. Το 1934, μετά από αίτημα του Χίτλερ, συνέλεξε στοιχεία που αφορούσαν την προσωπική ζωή του Έρνστ Ρεμ, αρχηγού των Ταγμάτων Εφόδου (SA), με σκοπό να τον δυσφημίσουν και να τον καθαιρέσουν. Tην περίοδο 1934 – 1939 ήταν Διοικητής της Γκεστάπο (Gestapo). Η Γκεστάπο απέκτησε υπερεξουσίες και δημιούργησε ένα κλίμα τρομοκρατίας. Το 1936 αποφάσισε να μην ξαναπατήσει στην Καθολική Εκκλησία. Ζήτησε από τα μέλη των SS να απομακρυνθούν από την Εκκλησία και να ασπαστούν την αρχαία γερμανική θρησκεία. Αργότερα, πήρε μέρος στη μυστική Διάσκεψη της Wannsee μαζί με μερικούς άλλους υψηλόβαθμους ναζί (1942). To 1942, ως αναπληρωτής του τοποτηρητή Βοημίας και Μοραβίας τραυματίστηκε θανάσιμα σε ενέδρα από 2 Τσεχοσλοβάκους αντιστασιακούς. Ξεψύχησε στις 4 Ιουνίου 1942. Oι Γερμανοί για αντίποινα κατέστρεψαν τελείως το κοντινό στον τόπο της απόπειρας χωριό Λίντιτσε της Τσεχοσλοβακίας και εξόντωσαν τους κατοίκους του.





XIMΛΕΡ, XAINPIX (Heinrich Luitpold Himmler) (1900-1945)
Γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1900 στο Μόναχο. Υπήρξε μια από τις πιο σκοτεινές φυσιογνωμίες του Ναζισμού, φανατικός ρατσιστής με μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το Ολοκαύτωμα, στενός συνεργάτης του Χίτλερ και παθιασμένος με το μυστικισμό, τον αποκρυφισμό και τη μαγεία.

Μεγάλωσε σε ένα ρωμαιοκαθολικό περιβάλλον και σπούδασε γεωπόνος. Η επιθυμία του ήταν να κάνει καριέρα σαν στρατιωτικός.  Δεν κατάφερε, όμως, να φτάσει παραπάνω από το βαθμό του υπαξιωματικού στο 11ο βαυαρικό Σύνταγμα Πεζικού.  Έτσι λοιπόν, αποφάσισε να ασχοληθεί με τη γεωπονία.
Για τα φοιτητικά του χρόνια λίγα είναι γνωστό ότι του άρεσε πολύ η Dolce vita παρά τα πενιχρά εισοδήματά του. Πηγαίνε συχνά σε χορούς και προτιμούσε τα εστιατόρια που φημίζονταν για το καλό φαγητό τους. Έτρεμε τον πατέρα του και φοβόταν να του πει ότι παντρεύτηκε την Margarete Boden.
Ήρθε σε επαφή με το Ναζιστικό Κόμμα, στο οποίο προσχώρησε τον Αύγουστο του 1923 (με αριθμό μέλους 14.303). Την ίδια χρονιά συμμετείχε στο αποτυχημένο ναζιστικό πραξικόπημα του Νοεμβρίου. Το 1923 ιδρύθηκαν τα SS (Schutzstaffel). Το 1923 – 1924 απομακρύνθηκε από τον Καθολικισμό και στράφηκε στον μυστικισμό – αποκρυφισμό, στη γερμανική μυθολογία, στον αντισημιτισμό και στη μαγεία. Τον Ιούλιο του 1928 παντρεύτηκε την Margarete Boden (ζωντοχήρα πολωνικής καταγωγής), που ήταν 7 χρόνια μεγαλύτερή του. Μαζί απέκτησαν μια κόρη : την Gudrun Burwitz, που γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου 1929. Είναι το γνωστό ξανθό κορίτσι με τις πλεξούδες που απεικονίζεται σε πολλές φωτογραφίες εκείνης της εποχής. Η μικρή Gudrun Burwitz όταν μεγάλωσε αφοσιώθηκε στη διάσωση και ενίσχυση πολλών υψηλόβαθμων ναζί. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία του Odessa, το οποίο ήταν ένα δίκτυο διάσωσης και διαφυγής πολυάριθμων ναζιστών εγκληματιών. Έσωσε πολλούς ναζιστές εγκληματίες από το δόκανο της δικαιοσύνης, τους παραχώρησε πλαστές ταυτότητες και διαβατήρια και τους έστειλε σε διάφορες χώρες εκτός Γερμανίας για να βρουν ασφαλείς τόπους διαμονής. Η Gudrun Burwitz, που ο πατέρας της την φώναζε χαϊδευτικά Püppi ("dolly"), είναι πασίγνωστη στους κύκλους των νεοναζί και συνεχίζει τη δράση της ακόμα και σήμερα, παρότι είναι ηλικιωμένη.
Η σχέση μεταξύ του Χίμλερ και της συζύγου του σταδιακά χαλούσε όλο και περισσότερο, γιατί ο Χίμλερ είχε ελάχιστο ελεύθερο χρόνο λόγω των αυξημένων αρμοδιοτήτων. Παράλληλα, ο Χίμλερ άρχισε να έχει σχέση με την νεαρή γραμματέα του που λεγόταν Hedwig Potthast. Το 1939 έγινε η μνηστή του και το 1941 άφησε τη δουλειά της. Οι δυο τους απέκτησαν έναν γιο και μια κόρη. Το 1941 η Margarete Boden έμαθε για τη σχέση του Χίμλερ με τη νεαρή γραμματέα του. Η Margarete Boden εργαζόταν ως νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού και ζούσε μαζί με την μικρή Gudrun στο Gmund. Μάνα και κόρη συνελήφθησαν από τα αμερικανικά στρατεύματα στο Bolzano της Ιταλίας και απελευθερώθηκαν το Νοέμβριο του 1946.
To 1929 ο Χίτλερ ανέθεσε στον Χίμλερ την αρχηγία των SS, τα οποία οργάνωσε σε ισχυρότατο όπλο επιβολής και έθεσε υπό έλεγχο ολόκληρο το αστυνομικό σύστημα της Γερμανίας. Στα τέλη του 1929 τα SS έφθαναν τα 1.000 μέλη, αλλά σταδιακά θα γιγαντώνονταν. Σύντομα, άρχισαν να φοράνε τη γνωστή μαύρη στολή. Το 1933 έφθασαν τα 52.000 μέλη.
Τον Ιανουάριο του 1933, ο Χίμλερ διέταξε έναν αστρολόγο να συντάξει το προσωπικό ωροσκόπιο του Χίτλερ, την ημέρα που γινόταν καγκελάριος. Κατά τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών (1934), τα SS είχαν μεγάλη συμβολή στη δολοφονία των ηγετών των SA (συμπεριλαμβανομένου και του ομοφυλόφιλου Ρεμ) και πολιτικών αντιπάλων όπως ο πρώην καγκελάριος Κουρτ Φον Σλάιχερ και η σύζυγός του. Ο Χίμλερ είχε θέσει ως αρχή την εξόντωση των Εβραίων, πράγμα που με διαταγές του υλοποίησε. To 1939 συγκρότησε τα Waffen SS (μάχιμα τμήματα των SS) με στρατιωτικά καθήκοντα, παράλληλα με τη Βέρμαχτ. H δύναμή τους προοδευτικά ανήλθε τον Οκτώβριο του 1944 σε 38 μεραρχίες και 910.000 άνδρες.
Ο Χίμλερ έδειξε έντονο ενδιαφέρον για το ρουνικό αλφάβητο, το σύμβολο του μαύρου ήλιου, την προέλευση της αριάς φυλής και την αρχαία γερμανική θρησκεία. Διαμόρφωσε το διαβόητο Κάστρο του Βέβελσμπουργκ ως τη μυστική έδρα των SS και της νέας θρησκείας του Γ΄Ράιχ. Η ιστορία του Κάστρου (Πύργου) του Βέβελσμπουργκ δεν είναι γνωστή στο ευρύ κοινό και δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για όσα έκαναν τα μέλη των SS στο εσωτερικό του κάστρου.

Ο Χίμλερ είχε ασπασθεί τις αντιλήψεις των Ινδών περί μετενσάρκωσης και θεωρούσε τον εαυτό του μετενσάρκωση του Σάξωνα βασιλιά Χάινριχ του Ορνιθοθήρα, ο οποίος έζησε τον ένατο αιώνα και εί­χε κατατροπώσει τους Σλάβους. Είχε καθιερώσει ε­τήσιες εορτές στη μνήμη του Γερμανού μονάρχη, ενώ επακολουθούσε γεύμα στο οποίο λάμβαναν μέρος μόνο 12 άτομα, σύμφωνα με το πρότυπο του Άβαλον του βασιλιά Αρθού­ρου και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης. Είχε ανα­πτύξει μια νεοπαγανιστική θρησκεία, την οποία ήθελε να καθιερώσει ως την επίσημη θρησκεία της Γερμανίας. Πίστευε στις προλήψεις και στους θρύλους των γερμανικών δασών που μιλούσαν για περιπτώσεις μετενσάρκωσης. Για τον Χίμλερ ο Χίτλερ ήταν ένα «άβαταρ», δηλαδή μετενσάρκωση μιας θεότητας, όπως ο Βίσνου, η οποία κατέβηκε στη Γη για να «σώσει» τον κόσμο από το κακό και την καταστροφή. Το κάρμα του γερμανικού λαού είχε καλέσει τον Χίτλερ για να τον σώσει.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι όσοι επισκέπτες έχουν πάει να δουν το «Μουσείο του Θανάτου» στο κάστρο του Βέβελσμπουργκ, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία της Γερμανίας, αντίκρυσαν ένα φρικιαστικό και αποκρουστικό θέαμα. Μπορούσε κανείς να δει την  μακάβρια προσωπική συλλογή επίπλων του Χίμλερ, τα οποία, όπως καυχιόταν ο ίδιος, είχαν κατασκευαστεί από το δέρμα και τα κόκαλα κρατουμένων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όμως, πριν από λίγα χρόνια, η συγκεκριμένη συλλογή απομακρύνθηκε και καταχωνιάστηκε στις αποθήκες.

Ο Χίμλερ πίστευε ότι τα SS ήταν η ελίτ του γερμανικού έθνους και ότι αυτά θα φρόντιζαν για τη διαιώνιση της αρίας φυλής. Προσδοκούσε ότι από κάθε γάμο ενός μέλους των SS θα γεννιόντουσαν τουλάχιστον 4 παιδιά. Οι προσδοκίες του διαψεύστηκαν οικτρά καθώς λίγοτερο από το 40 % των ανδρών των SS παντρεύτηκαν και ο καθένας αποκτούσε συνήθως ένα παιδί.

Με απόφαση του Χίτλερ, ο Χίμλερ απέκτησε υπερεξουσίες. Είχε υπό τις διαταγές του όχι μόνο τα SS, αλλά και τη Γερμανική Αστυνομία, η οποία αποτελείτο από : την Αστυνομία Τάξεως, τη GESTAPO (Μυστική Κρατική Αστυνομία) και την Αστυνομία δίωξης κοινού εγκλήµατος. Υπήρξε αδίστακτος εγκληματίας και ένας από τους πρωτεργάτες στις μαζικές δολοφονίες των πάσης φύσεως αντιφρονούντων. Δεν έδειξε οίκτο ούτε όταν επρόκειτο να δολοφονηθούν γυναίκες και παιδιά.

Πίστευε ότι σε περίπτωση θανάτου του Χίτλερ θα μπορούσε να είναι ο διάδοχός του. Έτρεφε αισθήματα αντιπάθειας για διάφορους υψηλόβαθμους ναζιστές όπως π.χ. ο Speer. Την περίοδο 1943 – 1945 διετέλεσε Υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας. Προφανώς, δεν αγνοούσε την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944. Στις αρχές του 1945 διεξήγαγε κρυφά συζητήσεις ειρήνης με τον Σουηδό κόμη Μπερναρντότε, οι οποίες, όταν έγιναν γνωστές από τον Χίλτερ είχαν ως συνέπεια τη διαγραφή του από το Ναζιστικό Κόμμα. Στις 29 Απριλίου 1945 ο Χίτλερ αφαίρεσε από τον Χίμλερ όλα τα πολιτικά και κομματικά του αξιώματα και τον απέκλεισε από το Ναζιστικό Κόμμα (NSDAP). Ο Χίτλερ εξοργίστηκε με τον Χίμλερ (και με τον Γκαίρινγκ) και έδωσε εντολή να συλληφθεί.

Λίγες μέρες μετά το τέλος του πολέμου ο Χίμλερ συνελήφθη στις 22 Μαϊου με πλαστή ταυτότητα κοντά στην Βρέμη από Βρετανούς στρατιώτες. Συνελήφθη φορώντας την στολή του Λοχία της μυστικής αστυνομίας. Είχε προμηθευτεί πλαστά έγγραφα με το όνομα Χάινριχ Χίτσινγκερ (Heinrich Hitzinger), αποκαλύφθηκε όμως καθώς τράβηξε την προσοχή της βρετανικής στρατιωτικής αστυνομίας, επειδή τα χαρτιά του ήταν πλήρη και σε πολύ καλή κατάσταση, πράγμα που ίσχυε μόνο για ελάχιστους Γερμανούς μετά το τέλος του Πολέμου.

Πριν ανακριθεί αυτοκτόνησε με δηλητήριο στην περιοχή της Κάτω Σαξωνίας (23 Μαϊου 1945). Βάσει κατάθεσης του Βρετανού Σ. Όστεν (C.S.M. Austin), ο οποίος ήταν ένας από τους έξι ανακριτές του Χίμλερ, ο τελευταίος αυτοκτόνησε στις 23 Μαϊου με μια αμπούλα υδροκυανίου λίγο πριν εισέλθει στην αίθουσα ανάκρισης, την στιγμή που ένας γιατρός τον πλησίασε και του ζήτησε να ανοίξει το στόμα του. Το σώμα του θάφτηκε κοντά στο Lüneburg, σε ένα τάφο που παραμένει άγνωστος μέχρι σήμερα.




Αδόλφος Χίτλερ (Adolf Hitler) (1889-1945) :
Γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1889 στο Μπραουνάου της Αυστρίας. Ήταν το τέταρτο από τα έξι παιδιά του Αυστριακού Alois Hitler (1837 - 1903) και της Αυστριακής Klara Polzl (1860 - 1907). Να σημειώσουμε ότι ο Alois Hitler ήταν ένας τελωνειακός υπάλληλος (με αντικληρικαλιστικές απόψεις) που παντρεύτηκε την (κατά 23 χρόνια μικρότερή του) Klara Polzl, η οποία ήταν ανηψιά του.

Ο Alois Hitler ήταν παιδί αγνώστου πατρός. Το 1876, όταν ήταν 39 χρονών, άλλαξε το πραγματικό του επώνυμο από Schicklgruber σε Hitler. Συγκεκριμένα, ήταν εξώγαμο παιδί μιας υπηρέτριας σε αγρόκτημα που λεγόταν Άννα Μαρία Σίκλγκρουμπερ (Anna Maria Schicklgruber) και αποφάσισε να πάρει  το επώνυμο του άνδρα, που πίστευε ότι ήταν ο πατέρας του. Βέβαια, ο υποτιθέμενος πατέρας του, δηλαδή ο μυλωνάς Johann Georg Hiedler δεν αναγνώρισε ποτέ τον Alois ως γιο του.  Με λίγα λόγια, ο φανατικός υποστηρικτής της ρατσιστικής ιδεολογίας Αδόλφος Χίτλερ, δεν γνώριζε ποιος πραγματικά ήταν ο παππούς του.

Ο υψηλόβαθμος ναζιστής Hans Frank (1900 - 1946) έλεγε ότι η μητέρα του Alois Hitler εργαζόταν ως υπηρέτρια στο σπίτι μιας εβραϊκής οικογένειας στο Γκρατς της Αυστρίας και ότι ο 19χρονος γιος της οικογένειας Leopold Frankenberger ήταν ο πραγματικός πατέρας του Alois.

Το 1900 ο Alois έστειλε τον Αδόλφο στο Λιντς. Οι δυο άνδρες έρχονταν συχνά σε αντιπαράθεση και οι σχέσεις τους δεν ήταν και οι πλέον αρμονικές. Στο γυμνάσιο του Λιντς, ο Αδόλφος είχε πολύ κακές επιδόσεις. Από την πρώτη σχολική χρονία (1900 – 1901) έμεινε στην ίδια τάξη. Στην τρίτη σχολική χρονιά οι βαθμοί του ήταν τόσο κακοί που φαινόταν πως θα απορριφθεί ξανά. Επειδή, όμως, είχε πεθάνει ο πατέρας του (3 Ιανουαρίου 1903), κατόπιν παράκλησης της μητέρας του, το σχολείο δέχτηκε να τον προβιβάσει, αλλά με τον όρο ότι θα άλλαζε σχολείο. Ο Αδόλφος γράφτηκε στο σχολείο του Στάγιερ (Steyr), που ήταν λιγότερο απαιτητικό, αλλά ούτε εκεί οι επιδόσεις του βελτιώθηκαν. Τελικά, το φθινόπωρο του 1905, εγκατέλειψε το σχολείο σε ηλικία 16 ετών χωρίς να πάρει απολυτήριο.

Από το 1905 και μετά, ο Αδόλφος είναι πλέον σε θέση να ζήσει μια ανεξάρτητη μποέμικη και εργένικη ζωή. Εκτός από την οικονομική βοήθεια που έχει από τη μητέρα του (την οποία αγαπούσε απεριόριστα), παίρνει και κάποιο επίδομα, επειδή έχασε τον πατέρα του σε μικρή ηλικία. Σκέφτεται να σπουδάσει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης. Η Ακαδημία βέβαι τον «έκοψε» δύο φορές, λόγω έλλειψης ταλέντου.

Το 1909 μετακόμισε στη Βιέννη και το 1913 στο Μόναχο. Αρχίζει να έρχεται σε επαφή με διάφορες ρατσιστικές θεωρίες και να διαβάζει τα βιβλία του ρατσιστή συγγραφέα Houston Stewart Chamberlain. Η μετακόμισή του κρύβει και μια σκοπιμότητα. Αρνείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στην Αυστρουγγαρία, για την οποία ποτέ δεν ένιωσε κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια. Προτιμάει τη Γερμανία και το γερμανικό στρατό.

Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάσσεται στο γερμανικό στρατό και είναι Υποδεκανέας 16ου Βαυαρικού Συντάγματος Εφέδρων Πεζικού Λιστ, στο δυτικό μέτωπο. Το 1916 τραυματίζεται στο πόδι σε μια μάχη στη Γαλλία

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1919 ο Χίτλερ έρχεται σε επαφή με το ρατσιστικό πολιτικό κόμμα DAP που είχε ιδρύσει ο Ντρέξλερ. Στις 19 Οκτωβρίου 1919 εντάσεται στο DAP (με αριθμό μέλους 55). Γνωρίζει το ρατσιστή και αποκρυφιστή Dietrich Eckart, τον οποίο εκτιμάει απεριόριστα.  Το Φεβρουάριο του 1920 το κόμμα μετονομάστηκε σε NSDAP (Ναζιστικό Κόμμα). Το 1923 πραγματοποίησε αποτυχημένο πραξικόπημα. Το Φεβρουάριο του 1924 άρχισε η δίκη του. Ο Χίτλερ έπεσε στα μαλακά, καθώς καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 ετών, ενώ η ποινή που προβλεπόταν για εσχάτη προδοσία ήταν ο θάνατος. Στις 20 Δεκεμβρίου του 1924 αποφυλακίστηκε. Δηλαδή δεν έμεινε ούτε ένα χρόνο στη φυλακή.

Έγραψε και εξέδωσε το ναζιστικό βιβλίο «Ο αγών μου», το οποίο είχε καλές πωλήσεις. Λόγω συστηματικής φοροδιαφυγής για τα συγγραφικά του δικαιώματα, ο Χίτλερ θα φτάσει να οφείλει 405.500 μάρκα (σημερινά 6 εκατομμύρια ευρώ) στο γερμανικό κράτος, τα οποία και παραγράφηκαν όταν έγινε Καγκελάριος.

Τα εκλογικά ποσοστά του NSDAP συρρικνώνονται, σημειώνοντας πτώση από τις 32 βουλευτικές έδρες (Μάιος 1924) στις 14 βουλευτικές έδρες (Δεκέμβριος 1924). Όμως ο Χίτλερ δεν απογοητεύται. Γίνεται ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του NSDAP και δημαγωγός μεαξιόλογες ρητορικές ικανότητες. Ο χαιρετισμός «Χάιλ Χίτλερ», με την έκταση του δεξιού χεριού, γίνεται ο επίσημος κομματικός χαιρετισμός. Τον Ιούλιο του 1926 επανεξελέγη από συνέδριο του Ναζιστικού Κόμματος Αρχηγός του κόμματος.
Το 1925 ο Χίτλερ χάνει την αυστριακή υπηκοότητα. Ο ίδιος υποβάλλει την σχετική αίτηση και εγκρίνεται. Στα επόμενα επτά χρόνια θα ζει ως ανιθαγενής, χωρίς υπηκοότητα. Αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στην αναδιοργάνωση του Ναζιστικού Κόμματος. Σταδιακά, όλο και περισσότεροι συντηρητικοί μεγαλοεπιχειρηματίες, βιομήχανοι κτλ αρχίζουν να βλέπουν το κόμμα με συμπάθεια και να το χρηματοδοτούν.
Στις εκλογές του Μαΐου του 1928 το κόμμα του Χίτλερ (δηλαδή το NSDAP) κέρδισε 12 έδρες και ποσοστό 2,3 %. Τα καλύτερα ποσοστά του κόμματος σημειώθηκαν στον προτεσταντικό βορρά. Τον Οκτώβριο του 1928 το κόμμα έφθασε τα 100.000 μέλη. Ο Χίτλερ θεώρησε ότι θα είχε μεγάλο όφελος αν έκανε συστηματική πλύση εγκεφάλου (ναζιστική προπαγάνδα) στη νεολαία, από την οποία στη συνέχεια θα αλίευε τα μελλοντικά στελέχη του κόμματος. Για το λόγο αυτό ίδρυσε διάφορες ναζιστικές οργανώσεις όπως η Χιτλερική Νεολαία (Hitler Jugend), η Ένωση Γερμανίδων Κορασίδων (B.D.M.), η Ένωση Ναζιστών Μαθητών κ.α.
Την περίοδο 1929 – 1933 οι ΗΠΑ και η Ευρώπη βιώνουν μια τεράστια οικονομική κρίση. Με το πολιτικό σύστημα της Γερμανίας να βρίσκεται υπό κατάρρευση και το λαό εξαθλιωμένο από την κρίση και εξοργισμένο, ο Χίτλερ θεωρεί ότι το έδαφος είναι κατάλληλο για να μεγαλώσει η απήχηση του Ναζιστικού Κόμματος στην κοινωνία. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1930 το Ναζιστικό Κόμμα συγκέντρωσε 18,3 %, σημειώνοντας ραγδαία άνοδο. Στις 30 Ιανουαρίου του 1933 ο Χίτλερ ορκίστηκε Καγκελάριος.

Η πολυπόθητη άνοδος στην εξουσία ήταν πια γεγονός. Στις 1 Ιουλίου 1933 καθιερώθηκε με απόφαση της ναζιστικής κυβέρνησης η  «Δωρεά για τον Αδόλφο Χίτλερ της γερμανικής οικονομίας» (Adolf-Hitler-Spende der deutschen Wirtschaft), με την οποία υποχρεώνονταν οι επιχειρήσεις να καταβάλλουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό των κερδών τους στο Ναζιστικό Κόμμα (NSDAP). Μέχρι το 1945 συγκεντρώθηκαν με αυτόν τον τρόπο περίπου 700 εκατομμύρια μάρκα (Reichsmark) στους λογαριασμούς του κόμματος. Το NSDAP πλέον θα είχε μια εντυπωσιακή οικονομική ευρωστία.

Το 1934 ο Χίτλερ βάζει σε εφαρμογή ένα σχέδιο εξόντωσης των Ταγμάτων Εφόδων (SA). Κατά τη «Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών», σε συνεργασία με τον Χίμλερ (SS ) και τον Γκαίρινγκ, προχωράει στη μαζική δολοφονία των ηγετικών στελεχών των Ταγμάτων Εφόδου, συμπεριλαμβανομένου και του ναζιστή και φίλου του, Ερνστ Ρεμ (Ernst Röhm), τον οποίο ο Χίτλερ έβλεπε ως πιθανό εσωκομματικό του αντίπαλο με ανησυχητικά αυξανόμενη δύναμη.

Από τη μια ο Χίτλερ υποστήριζε δημόσια ότι ήταν καθαρόαιμο τέκνο της αρίας φυλής και από την άλλη φρόντιζε να εμποδίσει οποιοονδήποτε «περίεργο» τύπο από το να ψάξει πληροφορίες για το γενεαλογικό του δένδρο. Για το λόγο αυτό, το καλοκαίρι του 1938, λίγο μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία, εκκένωσε και κατέστρεψε τα χωριά των γονέων και των παππούδων του (Ντόλερσχαϊμ και Στρόνες) στη βορειοδυτική Αυστρία και τα μετέβαλε σε πεδία ασκήσεων του στρατού. Φαίνεται ξεκάθαρα μια προσπάθεια να εξαφανίσει διάφορα ίχνη και στοιχεία από το παρελθόν του.

Η τεράστια ευθύνη του για το Ολοκαύτωμα και το αιματοκύλισμα εκατομμυρίων ανθρώπων είναι γνωστή σε όλους. Οι αιματηρές διώξεις εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων είναι επίσης γνωστές. Κατά συνέπεια δεν θα αναφερθούμε σε αυτά, διότι θα χρειαζόμασταν ένα ολόκληρο βιβλίο.

Τον Αύγουστο του 1934 ο γερμανικός στρατός μετονομάζεται σε Βέρμαχτ (Wehrmacht). Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκινάει με απανωτές νίκες για τη Γερμανία και καταλήγει σε συντριπτική ήττα και όλεθρο. Τον Απρίλιο του 1945 ο Χίτλερ βλέπει τον κλοιό να σφίγγει γύρω από το Βερολίνο. Καταλαβαίνει ότι η ήττα πλησιάζει και ότι οι Σοβιετικοί σε λίγο θα καταλάβουν την πρωτεύουσα. Η υγεία του Χίτλερ χειροτερεύει. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι έπασχε από πάρκινσον και σύφιλη. Στις 30 Απριλίου ο δικτάτορας της Γερμανίας αυτοκτονεί.
Ο Μάρτιν Μπόρμαν, μαζί με τον υπηρέτη του Χίτλερ Χάιντς Λίγκε, τον επιλοχία των SS Ότο Γκίνσε και μερικούς σωματοφύλακες, καίνε το πτώμα, το οποίο θάβεται πίσω από την Καγκελαρία του Ράιχ, σε κρατήρα από βόμβα. Από εκεί θα το πάρουν λίγο αργότερα οι Σοβιετικοί, οι οποίοι θα το κρατήσουν σε μυστικό μέρος στην Ανατολική Γερμανία, κοντά στο Μάγκντεμπουργκ, μέχρι την δεκαετία του 1970. Τότε, με διαταγή του αρχηγού του KGB (Κα Γκε Μπε), Γιούρι Αντρόποφ, καταστρέφεται τελείως και χάνεται στον ποταμό Έλβα.


Ρούντολφ Ες (Rudolf Franz Ferdinand Hoess) (1900 - 1947)
Διοικητής του ναζιστικού στρατοπέδου του Άουσβιτς, το οποίο ήταν το μεγαλύτερο κολαστήριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Γεννήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1900 και ήταν παιδί θρήσκων καθολικών γονέων. Ο πατέρας του, αξιωματικός του στρατού, μεγάλωσε το γιο του σε αυστηρά θρησκευτικά πλαίσια και με στρατιωτική πειθαρχία. Περίμενε ότι ο μικρός θα γινόταν ιερέας.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο 14χρονος Ρούντολφ Ες εγκατέλειψε το σχολείο και δήλωσε εθελοντής στο γερμανικό στρατό. Πολέμησε (σε ηλικία 15 ετών) στη Βαγδάτη και στην Παλαιστίνη. Έφθασε στο βαθμό του Λοχία, τραυματίστηκε 3 φορές, προσβλήθηκε από ελονοσία και του απονεμήθηκε ο Σιδηρούς Σταυρός.
Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1919 προσχώρησε σε δεξιές πολιτοφυλακές (π.χ. Freikorps Rossbach). Το 1922 προσχώρησε στο Ναζιστικό Κόμμα (με αριθμό μέλους 3240) και το 1934 στα SS. Το 1923 συνέβαλε στη διοργάνωση και πραγματοποίηση της δολοφονίας του κομμουνιστή Walter Kadow. Καταδικάστηκε το Μάιο του 1924 σε 10 χρόνια φυλάκιση, αλλά το 1928 αφέθηκε ελεύθερος.
Στις 17 Αυγούστου 1929 παντρεύτηκε την Hedwig Hensel (1908 – 1989), με την οποία απέκτησε 5 παιδιά. Τα επόμενα χρόνια έζησε στην Ανατολική Πρωσία και αργότερα γνώρισε τον Χίμλερ, απέναντι στον οποίο έδειξε μεγάλη δουλοπρέπεια και εντάχθηκε στα SS.
Το 1934 τοποθετήθηκε με απόφαση του Χίμλερ στο στρατόπεδο του Νταχάου, όπου είχε το πόστο του Blockführer. Το 1938 προήχθη σε SS-Hauptsturmfuhrer και έγινε υπασπιστής του Διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης Ζάξενχαουζεν. Το 1939 εντάχθηκε στα Waffen-SS.
Το Μάιο του 1940 έγινε Διοικητής του διαβόητου ναζιστικού στρατοπέδου Άουσβιτς (Auschwitz), το οποίο βρίσκεται στη Νότια Πολωνία. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το Νοέμβριο του 1943. Υπήρξε απάνθρωπος και ανελέητος απέναντι στους κρατούμενους του στρατοπέδου και δεν έδειξε κανένα ίχνος οίκτου για τα πολυάριθμα θύματα που δολοφονήθηκαν υπό τις διαταγές του. Ήταν ο άνθρωπος που έκανε το Άουσβιτς το πιο θανατηφόρο ναζιστικό στρατόπεδο και το πιο γνωστό σε όλους τους ανθρώπους. Το Άουσβιτς, που έγινε συνώνυμο του τρόμου, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στο Ολοκαύτωμα και την εξόντωση των πάσης φύσεως αντιπάλων του ναζισμού. Έφτιαξε την πιο αποτελεσματική μηχανή μαζικής εξόντωσης. Βελτίωσε τις μεθόδους εκτέλεσης χτίζοντας θαλάμους αερίων πολύ μεγαλύτερους από αυτούς της Τρεμπλίνκα, ώστε να έχουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων.
Επέστρεψε στη θέση του Διοικητή του Άουσβιτς το Μάιο του 1944 και έκατσε σε αυτή ως τον Ιανουάριο του 1945. Το Μάρτιο του 1946 συνελήφθη από Βρετανούς στρατιώτες και προσποιήθηκε ότι ήταν αγρότης και ότι λεγόταν Franz Lang. Δεν κατάφερε όμως να τους ξεγελάσει. Το 1946 έδωσε κατάθεση για τα εγκλήματα που έκανε. Στις 25 Μαϊου 1946 παραδόθηκε στις πολωνικές αρχές, δικάστηκε για τα εγκλήματά του και στις 2-4-1947 καταδικάστηκε εις θάνατον. Εκτελέστηκε με απαγχονισμό στις 16-4-1947 στο χώρο του Άουσβιτς.
Το 1946 στη Νυρεμβέργη κατέθεσε τα εξής : «Διοίκησα το Άουσβιτς μέχρι τις 1 Δεκεμβρίου 1943 και υπολογίζω ότι τουλάχιστον 2.500.000 θύματα εκτελέστηκαν και εξοντώθηκαν εκεί με τους θαλάμους αερίων και με την καύση, και τουλάχιστον άλλο μισό εκατομμύριο υπέκυψε στην πείνα και τις ασθένειες, δημιουργώντας ένα συνολικό αριθμό νεκρών που έφτανε τα 3 εκατομμύρια.»



Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ (Arthur Seyss – Inquart) (1892 - 1946)
Ο Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ (22 Ιουλίου 1892 - 16 Οκτωβρίου 1946) ήταν Αυστριακός πολιτικός και δικηγόρος. Διετέλεσε Καγκελάριος της Αυστρίας και αργότερα έγινε υψηλόβαθμο στέλεχος του Ναζιστικού Κόμματος αρχικά στη χώρα του και μετέπειτα στη Ναζιστική Γερμανία.
Γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου 1892 στο Στάννερν (σημερινό Stonařov της Τσεχίας), κοντά στην πόλη Jihlava (τότε, γερμ. Iglau), γερμανόφωνο χωριό της Αυστρουγγαρίας. Το αρχικό όνομα της οικογένειας ήταν τσέχικο, «Zajtich».  Το 1907 η οικογένεια μετακόμισε στη Βιέννη και άλλαξε το επώνυμο «Zajtich» σε «Seyss-Inquart».  Το 1910 ο Άρτουρ εισήλθε στο Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Νομικά και το 1914 κλήθηκε στο στρατό. Το 1921 απέκτησε το δικό του δικηγορικό γραφείο. Απέκτησε ακροδεξιές απόψεις και το 1938 εντάχθηκε στο Αυστριακό Ναζιστικό Κόμμα.
Το 1938 ο Αυστριακός Καγκελάριος Σούσνιγκ υποχωρεί μπροστά στους εκβιασμούς που δέχεται από τον Χίτλερ και αναθέτει στον Ίνκβαρτ το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοίκησης της Αυστρίας. Ακολουθεί η παραίτηση του Σούσνιγκ και η κατάληψη της θέσης του Καγκελάριου από τον ναζιστή Ίνκβαρτ (Μάρτιος 1938). Αυτός είναι πρόθυμος να ικανοποιήσει όλες τις επιθυμίες του Χίτλερ και ειδικά την απαίτησή του να ενσωματωθεί η Αυστρία στη Γερμανία. Το 1939 τοποθετείται αναπληρωτής κυβερνήτης στο Γενικό Κυβερνείο της Πολωνίας. Διετέλεσε επίσης κομισάριος του Ράιχ (Reichskommissar) στην επίσης κατακτημένη Ολλανδία (1940 - 1945).
Στα τέλη Απριλίου του 1945, μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ, τοποθετήθηκε Υπουργός Εξωτερικών. Συνελήφθη από καναδικά στρατεύματα και παραπέμφθηκε για να δικαστεί. Στη Δίκη της Νυρεμβέργης κρίθηκε ένοχος για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ειρήνης. Καταδικάστηκε εις θάνατον και εκτελέστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1946.



ΓΙΟΝΤΛ, ΑΛΦΡΕΝΤ (JODL, ALFRED) (1890-1946) :
Στρατηγός, επιτελικός αξιωματικός. Το 1913 παντρεύτηκε την Ίρμα φον Μπούλιον (Irma Gräfin von Bullion), με την οποία δεν απέκτησαν παιδιά, ούτε είχαν ευτυχισμένο γάμο. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο τραυματίστηκε δύο φορές. Το 1940 έγινε Στρατηγός. Από το 1939-1945 διετέλεσε αρχηγός της Διεύθυνσης Επιχειρήσεων Επιτελείου του OKW (αντίστοιχο του δικού μας ΓΕΕΘΑ). Τραυματίστηκε από έκρηξη βόμβας στην απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944. Πιστός μέχρι τέλους στον Χίτλερ. Στις 7 Μαΐου 1945 υπέγραψε στην Ρεμς ως εκπρόσωπος της Κυβέρνησης Νταίνιτς την άνευ όρων συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Από το δικαστήριο της Νυρεμβέργης καταδικάστηκε σε θάνατο. Απαγχονίστηκε στις 16-10-1946.


Έρνστ Καλτενμπρούννερ (Ernst Kaltenbrunner) (1903 - 1946) :
Ο Ernst Kaltenbrunner ήταν Αυστριακός ναζιστής πολιτικός και πρωτοκλασάτο στέλεχος των SS. Γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1903 στο Ried im Innkreis της Αυστρίας. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή το 1926. Εργάστηκε ως δικηγόρος στο Linz και στο Σάλτσμπουργκ. Εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα (NSDAP), με αριθμό μέλους 300.179 και το 1932 εντάχθηκε στα SS της Αυστρίας. Ήταν πολύ ψηλός (2,01 μέτρα) και οι βαθιές ουλές στο πρόσωπο, οι οποίες τον έκαναν αποκρουστικό. Τον Ιανουάριο του 1934 φυλακίστηκε για μικρό διάστημα, κατηγορούμενος για συμμετοχή σε συνωμοτικές ενέργειες κατά της αυστριακής κυβέρνησης του Ντόλφους. Το 1934 παντρεύτηκε την Elisabeth Eder, με την οποία απέκτησε 3 παιδιά. Παράλληλα, απέκτησε και 2 παιδιά (την Ούρσουλα και τον Βόλφγκανγκ) με την Gisela Gräfin von Westarp. Όλα τα παιδιά του επέζησαν μετά τον πόλεμο. Από το 1935 ήταν ο Αρχηγός των αυστριακών SS. Το 1938 προήχθη στη θέση του SSGruppenfuhrer και διορίστηκε υφυπουργός Εσωτερικών της Αυστρίας. Από το 1943 ήταν επικεφαλής της Γκεστάπο και της RSHA. Στις 12-5-1945 συνελήφθη από τους Αμερικάνους. Καταδικάστηκε εις θάνατον στη Δίκη της Νυρεμβέργης για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Εκτελέστηκε στις 16-10-1946, σε ηλικία 43 ετών.




Βίλχελμ Κάιτελ (KElTEL, WILHELM) (1882-1946) :
Στρατάρχης. Αρχηγός του Επιτελείου του OKW (ΓΕΕΘΑ) από το 1938. To 1940 μετά τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας ονομάσθηκε Στρατάρχης. Αποκλήθηκε «λακές» του Χίτλερ, λόγω της πιστής και χωρίς αντιρρήσεις εκτέλεσης των διαταγών του. Στις 8 Μαΐου 1945 υπέγραψε στο Βερολίνο την άνευ όρων συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1946 καταδικάστηκε σε θάνατο και απαγχονίστηκε.


Άλφριντ Κρουπ (Alfried Krupp) (1907 - 1967) :
Γεννήθηκε το 1907 στο Έσσεν της Γερμανίας. Υπήρξε μεγαλοβιομήχανος και σημαντικός συνεργάτης του Χίτλερ. Είχε την εταιρεία "Friedrich Krupp AG". Η εταιρεία Κρουπ ήταν η μεγαλύτερη εταιρεία κατασκευής εξοπλιστικού υλικού για τις Ένοπλες Δυνάμεις της Γερμανίας ήδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ενώ στην αρχή η οικογένεια Κρουπ δεν συμπαθούσε τον Χίτλερ, στην πορεία άρχισε να τον υποστηρίζει όλο και περισσότερο και να τον βλέπει ως τον ιδανικό υπηρέτη των οικονομικών της συμφερόντων. Το 1930, ο ναζιστής Σαχτ μετά από αρκετές συζητήσεις κατάφερε να τους κάνει να συμπαθήσουν το ναζισμό. Ο Σαχτ υποστήριξε ότι αν ο Χίτλερ έπαιρνε την εξουσία, θα αυξάνονταν αλματωδώς οι εξοπλιστικές δαπάνες της Γερμανίας. Ο Άλφριντ Κρουπ έγινε μέλος των SS το 1933.
Η εταιρεία των Κρουπ είχε υποστεί σημαντικό πλήγμα από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, που απαγόρευε την χρήση πολλών σύγχρονων όπλων από τη Γερμανία και περιορίστηκε στην κατασκευή του επιτρεπόμενου εξοπλισμού για την Ράιχσβερ (όπως ονομάστηκε ο γερμανικός στρατός κατά την περίοδο του μεσοπολέμου) και στην κατασκευή και εμπορία γεωργικών μηχανημάτων. Το Ναζιστικό Κόμμα έλεγε ότι είναι κατηγορηματικά αντίθετο με τη συγκεκριμένη Συνθήκη. Οι Κρουπ είδαν την πρόταση του ναζιστή Σαχτ ως ιδανική διέξοδο από την κρίση της εταιρείας τους. Παράλληλα, οι έρευνες επί των εξοπλισμών δεν είχαν ποτέ σταματήσει στην εταιρεία: Κάποιοι τύποι αρμάτων δοκιμάζονταν υπό την κάλυψη της κατασκευής γεωργικών ελκυστήρων (τρακτέρ), σχέδιο το οποίο διέρρευσε αποκαλύπτοντας τρακτέρ εξοπλισμένο με πυροβόλο των 75 χιλιοστών. Σε μνημόνιο της εταιρείας που βρέθηκε πολλά χρόνια μετά την λήξη του Πολέμου, αναγράφεται ότι ο βασικός σχεδιασμός των αρμάτων είχε ολοκληρωθεί ήδη από το 1933. Η εταιρεία σχεδίαζε, επίσης, και υποβρύχια (απαγορευμένα επίσης από την Συνθήκη) σε υποκατάστημά της στην Ολλανδία.
Το 1939 ο Άλφριντ Κρουπ αναλαμβάνει επικεφαλής του τμήματος Εξόρυξης και Εξοπλισμών της εταιρείας, για να εξασφαλίσει τον αδιάλειπτο εφοδιασμό του γερμανικού στρατού με πολεμικό υλικό. Το ίδιο τμήμα αναλαμβάνει, επίσης, από το 1941, την μεταφορά ολόκληρων εργοστασίων από κατακτημένες χώρες, όπως η Ουκρανία σε γερμανικό έδαφος. Το 1942 ολόκληρο το εργοστάσιο παραγωγής χάλυβα με ηλεκτρικές καμίνους της Μαριούπολης μεταφέρθηκε στο Μπρεσλάου. Εκεί προέκυψε το πρόβλημα των εργατικών χεριών και ο Κρουπ δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει ως εργατικό δυναμικό τους κρατουμένους παρακειμένου ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης. Τους χρησιμοποίησε ως σύγχρονους σκλάβους στο βωμό του κέρδους.
Ο Άλφριντ είναι ουσιαστικά αποκλειστικός ηγέτης της επιχείρησης, καθώς ο πατέρας του το 1941 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και αποσύρθηκε. Στις 12 Νοεμβρίου 1943, με τον αποκαλούμενο "Νόμο Κρουπ" που θέσπισε ο Χίτλερ, η εταιρεία διαλύεται και επανιδρύεται για να γίνει δυνατή η μεταβίβαση των μετοχών που κατείχε, σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα, η μητέρα του Μπέρτα. Ο Άλφριντ γίνεται με τον τρόπο αυτό και τυπικά ο ιδιοκτήτης και ηγέτης της εταιρείας, η οποία κατέχει μέσω θυγατρικών ορυχεία, χαλυβουργεία και εργοστάσια κατασκευής οπλισμού, ναυπηγεία και μηχανουργεία. Το συγκρότημα Κρουπ, έχοντας την υποστήριξη της ναζιστικής κυβέρνησης γιγαντώνεται και επεκτείνει την καταναγκαστική εργασία κρατουμένων. Τον Σεπτέμβριο του 1943 ο διευθυντής των εγκαταστάσεων Κρουπ στο Φουενφτάιχεν (Fuenfteichen) έφθασε επικεφαλής κλιμακίου στο κολαστήριο του Άουσβιτς προκειμένου να επιλέξει κατάλληλο "προσωπικό" από τους κρατουμένους. Οι πρακτικές αυτές θα οδηγήσουν αργότερα τον Άλφριντ σε παραπομπή σε δίκη. Το συγκρότημα Κρουπ δεν χρησιμοποίησε μόνον Εβραίους αλλά και Ρώσους και Πολωνούς αιχμαλώτους πολέμου ως εργατικό δυναμικό (ως είλωτες) στα περίπου 78 εργοστάσια που διέθετε στην τότε γερμανική επικράτεια. Σε συνεργασία και ύστερα από σχετική συμφωνία με τον Υπουργό Εξοπλισμών Άλμπερτ Σπέερ χρησιμοποιήθηκαν 45.000 Ρώσοι πολίτες στις χαλυβουργίες του ομίλου, 120.000 αιχμάλωτοι πολέμου σε εργασίες εξόρυξης άνθρακα και μεταλλευμάτων και 6.000 πολίτες άλλων εθνικοτήτων επίσης σε εξορυκτικές εργασίες.
Με την κατάρρευση της Ναζιστικής Γερμανίας ο Άλφριντ συνελήφθη στις 11 Απριλίου 1945 από τα καναδικά στρατεύματα. Η περιουσία του κατασχέθηκε και ο ίδιος παραπέμφθηκε σε δίκη. Βρέθηκε ένοχος για αρπαγή πόρων από κατεχόμενες ξένες χώρες και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας λόγω χρήσεως αλλοδαπών και αιχμαλώτων πολέμου σε καταναγκαστική εργασία. Καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλάκιση και δήμευση όλων των περιουσιακών του στοιχείων. Η απόφαση του δικαστηρίου ανακοινώθηκε στις 31 Ιουλίου 1948.
Ο Άλφριντ όμως ήταν εξαιρετικά τυχερός. Παρέμεινε στη φυλακή μόνο ως το 1951 (δηλαδή έχοντας εκτίσει μόνο το ένα τέταρτο της ποινής του), οπότε ο γενικός διοικητής της αμερικανικής ζώνης κατοχής και τραπεζίτης Τζον ΜακΚλόι (John J. McCloy) πήρε μια σκανδαλώδη απόφαση : έδωσε αμνηστία (Ιανουάριος 1951) στον Κρουπ και άλλους 8 καταδικασμένους διευθυντές του ! Ο ΜακΚλόι αποφάσισε επίσης την επιστροφή 45 εκατ. δολαρίων στον Κρουπ και ορισμένων από τις εταιρείες που κατείχε ο Κρουπ πριν την κατάσχεσή τους. Του επιστράφηκαν, επίσης, 70 έργα τέχνης που είχαν αφαιρεθεί από την κατοικία του (στην οποία και είχε συλληφθεί). Τέσσερα αδέλφια του Άλφριντ και ο ανεψιός του έλαβαν επίσης το ποσόν των 10  εκατομμυρίων μάρκων (ή ισοδύναμο ποσό σε μετοχές των εταιρειών που επιστράφηκαν) ο καθένας.  Παρά τα εγκλήματα που διέπραξε και τις καταδικαστικές αποφάσεις, το 1953 επετράπη στον Άλφριντ να αναλάβει και πάλι επικεφαλής των εταιρειών που τού είχαν επιστραφεί και να συνεχίσει την επιχειρηματική του δράση. Ο όμιλος "Krupp Werke" γρήγορα επανέκτησε την ηγετική του θέση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία χάλυβα.  Ο όμιλος ανοίγεται σε νέες αγορές και, το 1958 έχει φθάσει να απασχολεί 105.200 εργαζομένους και έχει τις μεγαλύτερες πωλήσεις από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία της Γερμανίας. Ο Άλφριντ πέθανε το 1967.


Γκούσταβ Κρουπ (Gustav Krupp von Bohlen und Halbach) (1870 - 1950) :
Ο Γκούσταβ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ (Gustav Krupp von Bohlen und Halbach) ήταν ο επικεφαλής του γερμανικού ομίλου βαριάς βιομηχανίας «Friedrich Krupp AG» από το 1909 μέχρι το 1941. Ήταν κατηγορούμενος στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά τελικά δεν δικάστηκε λόγω υγείας. Το Νοέμβριο του 1945 αναστάλθηκε η δίκη εις βάρος του.
Ο Κρουπ γεννήθηκε στις 7-8-1870 στη Χάγη της Ολλανδίας. Σπούδασε Νομική και ξεκίνησε διπλωματική καριέρα.
Εν τω μεταξύ ο μεγιστάνας της βιομηχανίας Φρίντριχ Κρουπ είχε αυτοκτονήσει το 1902, αφήνοντας ως μοναδική κληρονόμο την δεκαεξάχρονη κόρη του Μπέρτα (Bertha). Για τη Γερμανία της εποχής ήταν αδιανόητη η διοίκηση μιας τέτοιας εταιρείας από μια νεαρή γυναίκα και ο ίδιος ο Κάιζερ Γουλιέλμος ο Β’ ανέλαβε να βρει σύντροφο για τη νεαρή Μπέρτα , ικανό να αναλάβει την αυτοκρατορία Κρουπ. Έτσι επιλέχθηκε ο Γκούσταβ Κρουπ, ο οποίος παντρεύτηκε την Μπέρτα τον Οκτώβριο του 1906 και το 1909 ανέλαβε τη διοίκηση της εταιρίας.
Το 1910 η εταιρεία Κρουπ έγινε μέλος και κύριος χρηματοδότης του Πανγερμανικού Συνασπισμού, ο οποίος είχε ως στόχο την κινητοποίηση του λαού για την υποστήριξη του εξοπλιστικού προγράμματος της Γερμανίας και της αριθμητικής αύξησης των Ενόπλων Δυνάμεών της. Όταν ξεκίνησε ο Ά Παγκόσμιος Πόλεμος (1914) ο Όμιλος Κρουπ κατείχε σχεδόν το μονοπώλιο κατασκευής βαρέων όπλων για λογαριασμό της Γερμανίας και των συμμάχων της. Το πλέον επικερδές συμβόλαιο για την εταιρεία ήταν η κατασκευή των υποβρυχίων U-Boote, τα οποία κατασκεύαζε στα ναυπηγεία της εταιρείας στο Κίελο. Παράλληλα, όμως, η εταιρεία είχε εκχωρήσει στη Βρετανική εταιρεία Βίκερς (Vickers) την άδεια κατασκευής ενός πυροσωλήνα και αυτό της επέτρεπε να αποκομίζει κέρδη ακόμη και από τους αντιπάλους της χώρας. Μετά τον πόλεμο η εταιρεία δέχθηκε έντονες επικρίσεις και για τα δύο αυτά σημεία.
Μετά από παρέμβαση του ναζιστή Σαχτ, ο Όμιλος Κρουπ άρχισε σταδιακά να συμπαθεί και να υποστηρίζει το Ναζιστικό Κόμμα του Χίτλερ. Ο Γκούσταβ Κρουπ χρηματοδότησε το Κόμμα και το 1940 έγινε μέλος του, όταν ο Χίτλερ του απένειμε το χρυσό παράσημο του Κόμματος.  Όταν ο Γκούσταβ Κρουπ ανέλαβε την Προεδρία του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων (Reichsverband der Deutschen Industrie), συναίνεσε στην εκδίωξη από τις βιομηχανίες όλων των Εβραίων εργαζομένων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο όμιλος Κρουπ εκμεταλλεύθηκε, επίσης, την καταναγκαστική εργασία που επέβαλαν οι Ναζί στους κρατουμένους των στρατοπέδων - αυτός ήταν και ο βασικός λόγος της παραπομπής του στη Δίκη. Κατηγορήθηκε, επίσης, ότι χρησιμοποίησε την προσωπική του επιρροή και τη θέση του για να διευκολύνει την άνοδο στην εξουσία των Ναζιστών καθώς και την παγίωσή της, την προώθηση των πολεμικών προετοιμασιών και την οικονομική και στρατιωτική συνωμοσία εξαπόλυσης, από τους Ναζί, επιθετικών πολέμων.
Ο Γκούσταβ παραιτήθηκε από την Προεδρία του Ομίλου το 1943, επειδή ήδη από το 1939 είχε αρχίσει να υποφέρει από την καρδιά του. Το 1941 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Την Προεδρία του Ομίλου ανέλαβε ο γιος του Αλφριντ (Alfried).
Στις 15 Νοεμβρίου 1945, πέντε μόλις ημέρες πριν την έναρξη της Δίκης, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν θα μπορούσε να εκδικασθεί η υπόθεσή του. Στις 16-1-1950 ο Γκούσταβ Κρουπ απεβίωσε στο Μπλίνμπαχ (Blühnbach) χωρίς ποτέ να παραστεί σε δικαστήριο.



Λάι Ρόμπερτ (Robert Ley) (1890-1945)
Ο Ρόμπερτ Λάι (Robert Ley) (15 Φεβρουαρίου 1890  25 Οκτωβρίου 1945) ήταν γερμανός Ναζιστής πολιτικός, επικεφαλής του Γερμανικού Μετώπου Εργασίας (Deutsche Arbeitsfront) από το 1933 έως το 1945. Ο Λάι γεννήθηκε στο χωριό Νίντερμπράιντενμπαχ (Niederbreidenbach). Ήταν παιδί 11μελούς αγροτικής οικογένειας. Κατάφερε, ωστόσο, όχι μόνο να ολοκληρώσει το γυμνάσιο, αλλά να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο της Ιένας αρχικά και της Βόννης στη συνέχεια, όπου σπούδασε χημικός. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο  υπηρέτησε ως πιλότος. Καταρρίφθηκε στη Γαλλία τον Ιούλιο του 1917 και συνελήφθη αιχμάλωτος. Με το τέλος του Πολέμου επέστρεψε στη Γερμανία. Προσλήφθηκε στον κλάδο τροφίμων του βιομηχανικού κολοσσού IG Farben, ο οποίος, τότε, έδρευε στο Λεβερκούζεν.
Λόγω του θαυμασμού του για τον Χίτλερ, έσπευσε να ενταχθεί στο Ναζιστικό Κόμμα. Η μόρφωση και ο ζήλος του ήταν αποφασιστικοί παράγοντες για να του δοθεί η θέση του Γκαουλάιτερ της Νότιας Ρηνανίας το 1925. Παράλληλα άρχισε να εκδίδει το περιοδικό "Westdeutsche Beobachter". Η συμπεριφορά του, όμως, ήταν ιδιάζουσα, ενώ παράλληλα τραύλιζε. Αυτά του τα χαρακτηριστικά επιδείνωνε η ισχυρή εξάρτησή του από το ποτό (αλκοολικός). Πολλά σχετικά παράπονα είχαν φθάσει ως τον Χίτλερ, ο οποίος, ωστόσο, τα παρέβλεπε  μπροστά στην αφοσίωση και την υπακοή που του επεδείκνυε ο Λάι. Το 1933 ο Λάι ακολούθησε τον Χίτλερ στο Βερολίνο.
O Χίτλερ αποφάσισε να διαλύσει διά της βίας όλα τα εργατικά συνδικάτα (την οργάνωση των οποίων ανέλαβε το κράτος) και στη θέση τους δημιούργησε το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας (Deutsche Arbeitsfront, συντ. DAF). Επικεφαλής του νέου αυτού Οργανισμού ο Χίτλερ διόρισε τον Λάι. Ο Λάι έδειξε προκλητική αδιαφορία για τα δικαιώματα, τις συνθήκες εργασίας και τα προβλήματά των εργαζομένων. Περισσότερο τον ενδιέφερε να καταπνίξει κάθε είδους αντίδραση κατά της κυβέρνησης εκ μέρους των εργαζόμενων και ο προσωπικός του πλουτισμός. Εισέπραττε μεγάλα κέρδη από το περιοδικό του, παχυλό μισθό από τη θέση του και, κυρίως, πιστεύεται ότι καταχράστηκε διάφορα κονδύλια που προορίζονταν για το DAF. Όταν έληξε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Λάι προσπάθησε να διαφύγει χρησιμοποιώντας πλαστή ταυτότητα με το όνομα Ερνστ Ντιστελμάγιερ (Ernst Distelmeyer). Τον συνέλαβαν άνδρες της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας στη χειμερινή κατοικία του κοντά στα σύνορα με την Αυστρία. Η αναγνώρισή του έγινε από τον πρώην ταμία του Ναζιστικού Κόμματος Σβαρτς, τον παλαιό εσωκομματικό του εχθρό. Παραπέμφθηκε να δικασθεί στη Δίκη της Νυρεμβέργης. Προτίμησε να αυτοκτονήσει πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, απαγχονιζόμενος στο κελί του με σχοινί που είχε κατασκευάσει, κόβοντας μια πετσέτα σε λωρίδες, στις 26-10-1945.


Emil Maurice (1897 - 1972)
Ο Maurice δεν υπήρξε πρωτοκλασάτο στέλεχος του ναζισμού, αλλά ήταν ένας από τους λίγους ανθρώπους που διατηρούσαν πολύ καλή σχέση με το Χίτλερ και απολάμβαναν την εύνοιά του. Γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1897.

Πρώην κατάδικος και ωρολογοποιός. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, έγινε σοφέρ του Χίτλερ και είχε σχέση με την Geli Raubal, ανιψιά του Χίτλερ. Ο Φύρερ το έμαθε γρήγορα και έβαλε τέλος σε αυτή τη σχέση. Παράλληλα απαγόρευσε στην ανιψιά του να συναναστρέφεται με άλλους άνδρες και άρχισε να την επιβλέπει στην προσωπική της ζωή. Το 1931 της απαγόρευσε να πάει στη Βιέννη και στις 18 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους η Geli Raubal αυτοκτόνησε στο Μόναχο με το πιστόλι του Χίτλερ, σε ηλικία 23 ετών.

Ο Maurice είχε στενή φιλία με τον Χίτλερ τουλάχιστον από το 1919. Το 1920 ανέλαβε ηγετική θέση στα Τάγματα Εφόδου που μόλις είχαν δημιουργηθεί. Το 1923 ανέλαβε την περιφρούρηση του Χίτλερ στις δημόσιες εμφανίσεις του και φυλακίστηκε μαζί με τον Χίτλερ και τον Ρούντολφ Ες λόγω του αποτυχημένου ναζιστικού πραξικοπήματος. Λίγο καιρό αργότερα, εντάχθηκε στα SS. Όταν τα SS αναδιοργανώθηκαν και επεκτάθηκαν το 1932, ο Maurice έγινε ανώτερος αξιωματικός τους.

Μετά την άνοδο του Χίμλερ στην αρχηγία των SS, όλα τα μέλη των SS, έπρεπε να υποβάλουν αναφορά με το γενεαλογικό τους δένδρο, ώστε να διαπιστωθεί αν προέρχονταν ή όχι από την αρία φυλή. Έτσι, διαπιστώθηκε ότι ο Maurice είχε εβραϊκή καταγωγή.

Ο Χίμλερ, χαρούμενος που βρήκε κάτι ενοχοποιητικό για ένα φίλο του Χίτλερ, θέλησε να εκδιώξει τον Maurice από τα SS. Όμως ο Χίτλερ πήρε το μέρος του παλιού του φίλου. Με μια μυστική επιστολή του στις 31 Αυγούστου 1935, είπε στον Χίμλερ να μην αποβάλει τον Maurice από τα SS.

Από το 1940 ως το 1942 υπηρέτησε ως αξιωματικός στη Λουφτβάφε. Το 1948 καταδικάστηκε σε 4 χρόνια καταναγκαστικής εργασίας. Πέθανε στο Μόναχο το 1972. Διάφοροι ιστορικοί και ερευνητές έγραψαν ότι ήταν ομοφυλόφιλος.



Γιόζεφ Μένγκελε (Joseph Mengele) (1911 - 1979)
Γιατρός, φανατικός ναζιστής, ψυχρός δολοφόνος και γνωστός ως  «Άγγελος του Θανάτου» . Γεννήθηκε στις 16 Μαρτίου 1911 και ήταν παιδί οικογένειας βιομηχάνων. Το 1937 εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα και το 1938 στα SS. Έγινε ένας από τους διασημότερους γιατρούς των SS και πραγματοποίησε πολλά αποτρόπαια και θανατηφόρα πειράματα. Έπαιρνε ανθρώπους που ήταν κρατούμενοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους χρησιμοποιούσε για πειραματόζωα, αδιαφορώντας για το αν θα πεθάνουν. Τραυματίστηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και επέστρεψε στο Βερολίνο. Το Μάιο του 1943 διορίστηκε γιατρός στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Μετά την ήττα της Γερμανίας (1945), ο Μένγκελε γλύτωσε τη σύλληψη. Κυκλοφορούσε ελεύθερος με το ψεύτικο όνομα "Fritz Hollmann". Από το 1945 ως το 1949 εργάστηκε σε μια φάρμα ενός χωριού της Βαυαρίας. Ανέθεσε σε ένα παλιό του φίλο, το Hans Sedlmeier, να οργανώσει το σχέδιο διαφυγής του στην Αργεντινή. Πήγε στο Μπουένος Άιρες όπου γνώρισε τον Άιχμαν. Το 1955 αγόρασε το 50 % των μετοχών της φαρμακευτικής εταιρίας Fadro Farm και χώρισε με τη γυναίκα του. Μετά από τρία χρόνια παντρεύτηκε τη χήρα του αδερφού του.
Όταν έμαθε για τη σύλληψη του Άιχμαν αναστατώθηκε και φοβήθηκε ότι μπορεί να έρθει και η δική του η σειρά να λογοδοτήσει για τα εγκλήματά του. Γι’ αυτό μετακόμισε στην Παραγουάη το 1962. Ήλπιζε ότι η Παραγουάη θα ήταν ασφαλές καταφύγιο επειδή ο δικτάτορας Alfredo Stroessner είχε γερμανική καταγωγή και είχε γύρω του άτομα που ήταν ναζιστές. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έζησε σε ένα προάστιο του Σάο Πάολο. Πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου 1979 την ώρα που κολουμπούσε. Θάφτηκε με το όνομα "Wolfgang Gerhard"




Κόνσταντιν Φον Νόιρατ (Konstantin von Neurath) (1873 - 1956)
Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών και διοικητής της Βοημίας – Μοραβίας. Στη Δίκη της Νυρεμβέργης καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκιση. Αποφυλακίστηκε το 1954, χωρίς να έχει εκτίσει όλη την ποινή του.



Φραντς φον Πάπεν (Franz von Papen) (1879 - 1969)
Αντικαγκελάριος το 1933 – 1937.Πρώην Καγκελάριος του Ράιχ. Παραπέμφθηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης και αθωώθηκε. Αργότερα καταδικάστηκε σε 8 χρόνια κάτεργα, αλλά απολύθηκε γρήγορα (1949), χωρίς να εκτίσει όλη την ποινή του.


ΚΟΥΪΣΛΙΝΓΚ BlNTKOYN (QUISLING, VIDKUN) (1887 - 1945) :
Νορβηγός πολιτικός, ο οποίος συνεργάστηκε με τους Ναζί και του οποίου το όνομα κατέστη συνώνυμο με του προδότη - δοσίλογου. Ήταν γιος πάστορα και έγινε Λουθηρανός, με έντονο ενδιαφέρον για τη θρησκεία και τη μεταφυσική. Είχε οργανώσει ένα ναζιστικό και παγανιστικό κόμμα με το όνομα «Nasjonal Samling» και μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς, διορίστηκε πρωθυπουργός. To 1945 παραπέμφθηκε σε δίκη και εκτελέστηκε.


PAΪNTΕP, EPIX (RAEDER, ERICH) (1876-1960)
Αρχιναύαρχος. Αρχηγός του OKN (Πολεμικού Ναυτικού) μέχρι το 1943 οπότε αποχώρησε από την ενεργό υπηρεσία. Στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1946 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, αλλά το 1955 αποφυλακίστηκε.


PIMΠΕΝΤΡΟΠ, ΓΙΟΑΚΙΜ ΦΟΝ (RIBBENTROP, JOACHIM VON) (1893 - 1946)
Ολόκληρο το όνομα του ήταν Ulrich Friedrich Willy Joachim von Ribbentrop. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τιμήθηκε με το παράσημο του Σιδηρού Σταυρού και προήχθη σε υπολοχαγό. Το 1920 παντρεύτηκε την Annelies Henkell, κόρη του παραγωγού της ομώνυμης σαμπάνιας. Προσχώρησε στο Ναζιστικό Κόμμα το 1933 και χρησιμοποιήθηκε σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Tov Αύγουστο του 1936 έγινε πρεσβευτής στο Λονδίνο. Υπουργός Εξωτερικών του Γ’ Ράιχ την περίοδο 1938 – 1945. Μετά το τέλος του πολέμου συνελήφθη και παραπέμφθηκε στη δίκη της Νυρεμβέργης. Σε αυτή την πασίγνωστη δίκη (που κράτησε 218 μέρες), ο Ρίμπεντροπ δεν έδειξε κανένα ίχνος μεταμέλειας. Καταδικάστηκε σε θάνατο και στις 16 Οκτωβρίου 1946 απαγχονίστηκε.


POΜΕΛ, EPBIN (ROMMEL, ERWlN) (1891 - 1944)
H «Αλεπού της Ερήμου». O πλέον δημοφιλής στρατηγός στην Γερμανία, ο οποίος παράλληλα είχε και καλή φήμη στους συμμάχους.
Γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1891. Γράφτηκε στη Σχολή Ευελπίδων το 1910. Το 1916 παντρεύτηκε την Lucie Maria Mollin, με την οποία απέκτησε έναν γιο : τον Μάνφρεντ (1928), μετέπειτα δήμαρχο της Στουτγκάρδης. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τραυματίστηκε 3 φορές και παρασημοφορήθηκε. Το πρώτο μεγάλο δείγμα των στρατηγικών του ικανοτήτων φάνηκε στη Μάχη του Καπορέττο το 1917.
Ο Χίτλερ εντυπωσιάζεται από τα προσόντα του Ρόμελ και τον τοποθετεί υπεύθυνο της προσωπικής του ασφάλειας. Ωστόσο, ο Ρόμελ ουδέποτε υπήρξε οπαδός του Ναζιστικού Κόμματος και, φυσικά, ούτε έγινε ποτέ μέλος του. Μετατίθεται στη Σχολή Πολέμου του Βίνερ - Νόισταντ (Wiener-Neustadt), όπου παραμένει μέχρι το 1938 ξεκινώντας τη συγγραφή του δεύτερου βιβλίου του, με τίτλο "Panzer greift an". Στην εισβολή στη Γαλλία έδειξε και πάλι τις στρατηγικές του ικανότητες. Από το 1941 και ύστερα  διακρίθηκε ως διοικητής του σώματος «Άφρικα Κορπ». Tov Ιούνιο του 1942 κατέλαβε το Τομπρούκ και ονομάστηκε Στρατάρχης.
Το Σεπτέμβριο του 1942 εγκαταλείπει την Αφρική, καταφεύγοντας στο Ζέμμερινγκ γιατί έχει παρουσιάσει σοβαρά συμπτώματα ασθένειας: υψηλή πίεση, ηπατοπάθεια κ.α. Επιστρέφει εσπευσμένα και διευθύνει τη σταδιακή υποχώρηση του στρατού του μέσω της Λιβύης προς την Τυνησία, παρά τις αντίθετες εντολές του Χίτλερ, ο οποίος επιμένει σε στατική άμυνα μέχρις εσχάτων. Σε αυτό το σημείο αρχίζει να χάνει την εμπιστοσύνη του προς τον Χίτλερ.
To καλοκαίρι του 1944 αντιμετώπισε την εισβολή (απόβαση) των συμμάχων στην Νορμανδία, όπου και τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι σε αεροπορική επιδρομή. Φέρεται, χωρίς να είναι απολύτως εξακριβωμένο, ότι συμμετείχε στην συνωμοσία κατά της ζωής του Χίλτερ τον Ιούλιο του 1944. Δεν υπάρχουν ενοχοποιητικά στοιχεία, αλλά ο Μάρτιν Μπόρμαν και ο Χίτλερ τον θεωρούν ύποπτο.  Ο Χίτλερ ξέρει ότι ο Ρόμελ είναι πολύ λαοφιλής και γι’ αυτό αποφασίζει να δράσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Τον εξαναγκάζει σε αυτοκτονία τη στιγμή που ανάρρωνε από το σοβαρό τραυματισμό του. Στις 16-10-1944 αυτοκτονεί με υδροκυάνιο.  Ενταφιάζεται με κλειστό φέρετρο (για μην αντιληφθούν οι πολίτες τίποτα) και με  τιμές ήρωα πολέμου στο Χέρλινγκεν.


Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (1893 - 1946)
Φανατικός ναζιστής και υπουργός των κατεχόμενων ανατολικών εδαφών. Στη Δίκη της Νυρεμβέργης καταδικάστηκε εις θάνατον και απαγχονίστηκε.


Φριτς Ζάουκελ (Ernst Friedrich Christoph Sauckel) (1894 - 1946)
Έπαρχος της Θουριγγίας (1927) και από το 1942 γενικός πληρεξούσιος του Χίτλερ για την «προσωπική εργασία». Στη Δίκη της Νυρεμβέργης κρίθηκε ένοχος για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Καταδικάστηκε εις θάνατον και απαγχονίστηκε.


Γιάλμαρ Σαχτ (Hjalmar Schacht) (1877 - 1970)
Πρόεδρος της Reichsbank, δηλαδή της Τράπεζας του Γ’ Ράιχ ως το 1939 και υπουργός Οικονομίας ως το 1937 (όταν αντικαταστάθηκε από τον Βάλτερ Φουνκ).
Γιος ενός Γερμανού καθηγητή και μιας βαρόνης από τη Δανία. Σπούδασε μεταξύ άλλων οικονομικά και πολιτικές επιστήμες. Το 1903 προσλήφθηκε στην τράπεζα Dresdner Bank. Το 1905 σε ένα επαγγελματικό ταξίδι στις ΗΠΑ συνάντησε τον πανίσχυρο τραπεζίτη J.P. Morgan. Την περίοδο 1908 – 1915 ήταν υποδιευθυντής της Dresdner Bank. Την περίοδο 1923 – 1931 διετέλεσε Πρόεδρος της Reichsbank. Το 1926 φρόντισε να βρει κονδύλια για τη δημιουργία και ενίσχυση της εταιρίας I.G. Farben. Το 1930 άρχισε να προσεγγίζει το Ναζιστικό Κόμμα, αλλά δεν έγινε ποτέ μέλος του. Όμως, φρόντισε για για την χρηματοδότησή του και το 1932 ζήτησε από τον Πρόεδρο Χίντεμπουργκ να ορίσει το Χίτλερ Καγκελάριο. Με την άνοδο των ναζί στην εξουσία το 1933, ο Σαχτ τοποθετήθηκε ξανά Πρόεδρος της Reichsbank και παρέμεινε σε αυτή τη θέση ως το 1939.
Στις 23 Ιουλίου 1944 συνελήφθη από τις γερμανικές αρχές ως ύποπτος για συμμετοχή σε απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ. Κλείστηκε (με απόφαση του Χίτλερ) σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ελευθερώθηκε από τους Αμερικανούς στις 5 Μαϊου 1945. Παραπέμφθηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά αθωώθηκε. Με λίγα λόγια, τη γλύτωσε και άρχισε ελεύθερος να ασχολείται ξανά με επιχειρηματικές δραστηριότητες. Το 1953 ίδρυσε την τράπεζα Deutsche Außenhandelsbank Schacht & Co.


Μπάλντουρ Φον Σίραχ (Baldur von Schirach) (1907 - 1974)
Γεννήθηκε στο Βερολίνο από Αμερικανίδα μάνα. Διετέλεσε Αρχηγός της Χιτλερικής Νεολαίας (Hitler Jugend), Αρχηγός της Ένωσης Ναζιστών Γερμανών Φοιτητών και γκαουλάιτερ της Βιέννης (1940 - 1945). Η Ένωση Ναζιστών Γερμανών Φοιτητών γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη μετά το 1929, όταν επικεφαλής της τέθηκε ο Μπάλντουρ Φον Σίραχ. Στη Δίκη της Νυρεμβέργης κρίθηκε ένοχος για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκιση. Αποφυλακίστηκε το 1966.


Άλμπερτ Σπέερ (Albert Speer) (1905 - 1981)
Υπουργός Εξοπλισμών και Πολεμικής Παραγωγής του Γ’ Ράιχ (1942 - 1945). Εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα το 1931. Το 1934 έγινε ο Αρχιτέκτονας του κόμματος και κατασκεύασε το Στάδιο Zeppelinfeld. Έγινε στενός φίλος του Χίτλερ.  Στη Δίκη της Νυρεμβέργης κρίθηκε ένοχος για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκιση. Αποφυλακίστηκε το 1966.


Φραντς Στανγκλ (Franz Stangl) (1908 - 1971)
Γεννημένος στο Altmünster της Αυστρίας, ο Stangl έμεινε στην ιστορία ως λοχαγός των SS και διοικητής στα διαβόητα στρατόπεδα εξόντωσης Τρεμπλίνκα (Treblinka) και Ζομπίμπορ (Sobibor). Κατά συνέπεια είχε σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο Ολοκαύτωμα.
Το 1931 προσλήφθηκε στην Αυστριακή Αστυνομία και εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα. Το 1938 εντάχθηκε στα SS. Το 1940, με απευθείας εντολή από τον Χάινριχ Χίμλερ, ο Stangl έγινε επιθεωρητής του Προγράμματος Ευθανασίας Τ-4 στο Schloss Hartheim, όπου ψυχικά και σωματικά ανάπηροι άνθρωποι στέλνονταν για να θανατωθούν. 
Διετέλεσε διοικητής του ναζιστικού στρατοπέδου Sobibor  (Απρίλιος 1942 – Αύγουστος 1942) και μετά  διοικητής της Τρεμπλίνκα (Σεπτέμβριος 1942 – Αύγουστος 1943). Ας μην ξεχνάμε ότι μεταξύ όλων των ναζιστικών στρατοπέδων η Τρεμπλίνκα ήταν αυτό που είχε το δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. Πρωτοστάτησε στη μαζική εξόντωση ανθρώπων και δεν έδειξε ποτέ οίκτο για τα θύματά του.
Το 1945 συνελήφθη από τους Αμερικανούς και φυλακίστηκε στο Linz της Αυστρίας. Όμως, στις 30-5-1948 κατάφερε να αποδράσει και να πάει στην Ιταλία με ένα συνεργάτη του από το Ζομπιμπορ. Ένας Ρωμαιοκαθολικός επίσκοπος που λεγόταν Alois Hudal και ήταν φιλοναζιστής, φυγάδευσε τον Στανγκλ στη Συρία, στην οποία έμεινε με την οικογένειά του ως το 1951. Το 1951 μετακόμισε στη Βραζιλία. Έπιασε δουλειά στη γερμανική εταιρεία Volkswagen. Αυτός ο άνθρωπος που αφαίρεσε τις ζωές χιλιάδων συνανθρώπων του, μπόρεσε να μείνει ελεύθερος για αρκετά μεγάλο διάστημα μετά τον πόλεμο.
Το ένταλμα σύλληψης βγήκε αρκετά καθυστερημένα, μόλις το 1961. Συνελήφθη από Βραζιλιάνους αστυνομικούς στις 28 Φεβρουαρίου 1967. Εκδόθηκε στη Δυτική Γερμανία για να δικαστεί για τις δολοφονίες που διέπραξε. Στις 22 Οκτωβρίου 1970 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Πέθανε στη φυλακή του Ντύσελντορφ από καρδιακή ανεπάρκεια στις 28 Ιουνίου 1971.


Γιούλιους Στράιχερ (Julius Streicher) (1885 - 1946)
Δημοσιογράφος και διευθυντής της ρατσιστικής εφημερίδας Der Sturmer. Το 1920 εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα. Έχασε τη θέση του ως δάσκαλος λόγω της εμπλοκής του σε υποθέσεις παιδεραστίας. Σύμφωνα με διάφορους ερευνητές και ιστορικούς, ο Στράιχερ ήταν ομοφυλόφιλος (gay). Στη Δίκη της Νυρεμβέργης καταδικάστηκε εις θάνατον και απαγχονίστηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου